На главную



Замок короля
Griechisch-deutsches Handwörterbuch
Β γ δ Ε Ζ θ κ λ μ ν ξ π σ τ φ χ ψ
σᾶσὰ μάν
σαβάζιοςσαβάζω
σαβάζω [2]σαβακός
σαβάκτηςσάβανον
σαβαρίχηΣαβασμός
σάββατσαββατεῖον
σαββατίζωσαββατικός
σαββατισμόςσάββατον
σαβοῖσαβός
σαβρίαςσαγάλινα
σαγαπηνίζωσαγάπηνον
σάγαριςσάγδας
σάγησαγη-φορέω
σαγηναῖοςσαγηνεία
σαγηνεύςσαγηνευτήρ
σαγηνευτήςσαγηνεύω
σαγηνο-βόλοςσαγηνό-δετος
σάγιονσαγίς
σάγμασαγμάρια
σαγμάτιονσαγματο-ποιός
σαγματογήνησαγο-ειδής
σάγοςσαγήνη
σαθέριονσάθη
σάθραξσαθρός
σαθρότηςσαθρόω
σάθρωμασάθων
σαιν-ουρίςσαίν-ουρος
σαινί-δωροςσαίνω
σαίρωσάκ-ανδρος
σακάδιονσακέρδως
σακές-παλοςσακες-φόρος
σακίονσακίτης
σακκελίζωσακκέλισμα
σακκελιστήριονσακκεύω
σακκέωσακκίας
σακκίζωσάκκινος
σακκίονσακκο-γενειο-τρόφος
σακκο-πλόκοςσακκο-πήρα
σακκο-φορέωσακκο-φορία
σακκο-φόροςσάκκος
σακο-δερμιτηςσακο-φόρος
σάκοςσάκος [2]
σάκταςσάκτας [2]
σάκτηρσακτός
σάκτρασάκτωρ
σακχ-υφάντηςσάκχαρ
σάλασαλάβη
σαλαγέωσαλάγη
σαλάγωσαλαϊσμός
σαλάκωνσαλακωνεία
σαλακωνεύωσαλακωνία
σαλακωνίζωσαλακώνισμα
σαλαμάνδρασαλαμάνδρειος
σαλάμβηΣαλαμιν-αφ-έτης
σάλαξσάλασσα
σαλάσσωσαλαΐζω
σαλαΐςσαλεία
σάλευμασάλευσις
σαλευτόςσαλεύω
σαλίασαλμακίδες
σάλοςσαλόω
σάλπησαλπιγγο-λογχ-υπηνάδαι
σαλπιγγώτησαλπιγκτής
σάλπιγξσαλπίζω
σαλπικτήςσάλπιξ
σάλπισμασαλπισμός
σαλπιστικόςσαλπιστής
σαλπίττωσαλύγη
σάμσαμ-φόρας
σᾶμασάμαινα
σαμάκιονσάμαξ
σαμάρδακοςσαμβαλίσκον
σάμβαλονσαμβύκη
σαμβῡκίζωσαμβῡκίστρια
σαμβῡκιστήςσάμβῡξ
σᾱμῇονσάμος
σαμπῖσαμψῡχίζω
σαμψύχινοςσάμψῡχον
σανδαλ-ώδηςσανδάλιον
σανδαλίσκοςσανδαλο-θήκη
σάνδαλονσανδαλόω
σανδαράκησανδαρακίζω
σανδαράκινοςσανδαρακούργιον
σανδαράχησάνδυξ
σανιδ-ώδηςσανίδιον
σανιδο-τορέωσανιδόω
σανίδωμασανιδωτός
σανίςσαννάκρα
σάνναςσαννιό-πληκτος
σαννίονσαννίων
σάννοροςσαντάλινος
σάνταλονσαντόνιον
σανῡρίζωσανῡρός
σάξιςσαό-βροτος
σαό-μβροτοςσαό-πτολις
σαο-φρονέωσαο-φροσύνη
σαό-φρωνσάος
σαοσί-μβροτοςσαόω
σᾱπέρδηςσᾱπέρδιον
σᾱπερδίςσαπρίας
σαπρίζωσαπριόω
σαπρό-γηροςσαπρό-κνημος
σαπρο-λογίασαπρό-πλουτος
σαπρό-στομοςσαπρό-φιλος
σαπρόςσαπρότης
σαπρόωσαπρύνω
σαπφείρινοςσάπφειρος
σάπωνσᾱπώνιον
σαρά-ποςσαρά-πους
σαράβαλλασάρᾱπις
σαργάνησαργανίς
σαργῖνοςσάργος
σαρδ-όνυξσάρδα
σαρδάζωσαρδάνιος
σαρδίνησαρδῖνος
σάρδιονΣάρδιος
σαρδόνιοςσαρδωνίζω
σαρδώσαρδών
σάρητονσάρι
σάρισσασαρισσο-φόρος
σαρκ-ελάφειασαρκ-όμφαλον
σαρκ-ώδηςσαρκάζω
σαρκασμο-πιτυο-κάμπτηςσαρκασμός
σαρκαστικόςσαρκάω
σαρκίδιονσαρκίζω
σαρκικόςσάρκινος
σαρκίονσαρκο-βορέω
σαρκο-βόροςσαρκο-βρώς
σαρκο-γενήςσαρκο-δακής
σαρκο-ειδήςσαρκό-θλασις
σαρκό-θλασμασαρκο-κόλλα
σαρκο-κύωνσαρκο-κήλη
σαρκο-λαβίςσαρκο-λάβος
σαρκό-λατριςσαρκο-λιπής
σαρκο-παγήςσαρκο-ποιέω
σαρκο-ποιόςσαρκο-ποιΐα
σαρκό-πῡοςσαρκο-πῡώδης
σαρκο-τικτέωσαρκο-τοκέομαι
σαρκο-τροφέωσαρκο-φαγέω
σαρκο-φαγίασαρκο-φάγος
σαρκο-φαγήςσαρκο-φθόρος
σαρκο-φορέωσαρκο-φόρος
σαρκο-φυέωσαρκό-φυλλος
σαρκο-φυΐασαρκο-χαρής
σαρκόῤ-ῥιζοςσαρκόω
σάρκωμασάρκωσις
σαρκωτικόςσάρμα
σαρμόςσάρξ
σαρξι-φάγοςσάρον
σάροςσαρόω
σάρπησάρπος
σάρωθρονσάρωμα
σάρωνσαρωνίς
σάρωσιςσάρωτρον
σαρώτηςσᾱσαμό-παστος
σᾱσαμο-ρυτο-παγήςσᾱσαμό-φλωκτα
σᾶτεςσατίνη
σατραπείασατράπεια
σατραπεύωσατράπης
σατραπικόςσατραπό-πλουτος
σάττωσατυρ-ώδης
σατυρίαςσατυρίᾱσις
σατυριασμόςσατυριάω
ΣατυρίδιονΣατυρίζω
Σατυρικόςσατύριον
Σατυρίσκοςσατυρισμός
Σατυριστήςσατυρο-γράφος
Σάτυροςσαυκός
σαυκρό-πουςσαυκρός
σαυλο-πρωκτιάωσαυλόομαι
σαῦλοςσαύλωμα
σαυνάκασαυνιάζω
σαύνιονσαυνός
σαύρασαυρίδιον
σαυρίτηςσαυρο-βρῑθής
σαυρο-ειδήςσαυρο-κτόνος
σαυρο-πατίςσαῦρος
σαυρωτόςσαυρωτός [2]
σαυρωτήρσαύσαξ
σαυσαρόςσαυταρισμός
σαυτῆςσαυτοῦ
σαυχμόςσαφ-ηγορίς
σάφασαφέως
σαφηνέωςσαφηνία
σαφηνίζωσαφηνισμός
σαφηνιστικόςσαφηνής
σαφήνειασαφής
σαφήτωρσάχνος
σάωΣΑΩ
σαῶτιςσαωτήρ
σαώτεροςσαώτης
σβέννῡμισβέσις
σβεστικόςσβεστήρ
σβεστήριοςσβεστής
σδεύγλασδωμός
σεαυτῆςσεαυτοῦ
σεβάζομαισεβαομιότης
σέβαςσέβασις
σέβασμασεβασμιάζω
σεβάσμιοςσεβασμός
σεβασμοσύνηΣεβαστεῖον
σεβαστεύωΣεβαστιάς
σεβαστικόςσεβαστο-φάντης
σεβαστο-φόροςσεβαστός
σεβένιονσεβίζω
σεβιστόςσέβομαι
σέβωσέθεν
σειεύςΣειλην-ώδης
ΣειληνικόςΣειληνός
σεῖνσεῖο
σεῖοςσειρ-αγωγεύς
σειράσειρᾱ-φόρος
σειράδηνσειράδιον
σειράζωσειραίνω
σειραῖοςσειράς
σειρας-φόροςσειράω
σειρεύωσειρέω
σειρη-φόροςΣειρηδών
σειρηνόςσειρίᾱσις
σειριάωσείρινος
σειριό-καυτοςσειριόεις
σείριοςσειρίς
σειρο-μάστηςσειρο-φόρος
σειρόςσειρός [2]
σειρόωσείρωμα
ΣειρήνΣειρήνιος
σεισ-άχθειασεισ-ούρα
σεισί-φυλλοςσεισί-χθων
σεῖσιςσεῖσμα
σεισματίαςσεισμός
σεισό-λοφοςσεισο-πῡγίς
σειστόςσεῖστρον
σειστήςσείσων
σείωσελαγέω
σελαγίζωσελάγισμα
σελαη-γενέτηςσελαη-φόρος
σελάνασέλας
σελας-φόροςσέλασμα
σελασμόςσελάσσομαι
σελαχ-ώδηςσελάχειον
σελάχιονσελαχο-ειδής
σέλαχοςσελάω
σέλγησελευκίς
σεληναίασεληναῖος
σεληνιάζωσεληνιακός
σεληνιασμόςσεληνιάω
σεληνίςσεληνίσκος
σεληνίτηςσεληνό-βλητος
σεληνο-ειδήςσεληνό-πληκτος
σεληνο-τρόπιονσεληνό-φως
σεληνήειςσελιδη-φάγος
σελίδιονσελίδωμα
σελίνινοςσελῑνίτης
σελῑνο-ειδήςσελῑνό-σπερμον
σέλῑνονσελῑνουσία
σελίςσέλλα
σελλά-στρωσιςσέλλω
σέλμασελμίς
σελμόςσέλπον
σέλωσελήνη
σελήνιονΣεμελη-γενέτης
σέμελοςσεμίδᾱλις
σεμιδᾱλίτηςσεμν-ηγορέω
σεμν-ηγορίασεμν-ηγόρος
σεμνεῖονσεμνο-ειδής
σεμνό-θεοισεμνο-κομπέω
σεμνο-ληρέωσεμνο-λογέω
σεμνο-λόγημασεμνο-λογία
σεμνο-λογικόςσεμνο-λόγος
σεμνό-μαντιςσεμνο-μῡθέω
σεμνο-μῡθίασεμνο-παρά-σῑτος
σεμνο-ποιέωσεμνό-πονος
σεμνό-ποτοςσεμνο-πρέπεια
σεμνο-πρεπήςσεμνο-πρός-πος
σεμνο-προς-ωπέωσεμνο-προς-ωπία
σεμνό-στομοςσεμνό-τῑμος
σεμνο-τυφίασεμνός
σεμνότηςσεμνόω
σεμνύνωσέμνωμα
σεπτάςσεπτεύω
σεπτικόςσεπτός
σεπτήριοςσεραπιάς
σέριςσερίφιον
σέρῑφοςσέρφος
σέσελισέσελις
σεσελίτηςσεσερῖνος
σέσῑλοςσεσοφισμένως
σεσωφρονισμένωςσεῦ
σεύςσευτλαῖος
σευτλίονσευτλίς
σεῦτλονσεύω
σέωσεωυτοῦ
σηκ-ολόηςσηκ-ώδης
σηκάζωσηκη-κόρος
σηκίζωσηκίς
σηκίτηςσηκο-κόρος
σηκόςσηκόω
σηκύλησηκωτήρ
σηλίασῆμα
σημάδιονσημαία
σημαίνωσημαιο-φόρος
σημαλέοςσημαντικός
σημάντριασημαντρίς
σημάντωρσημαντήρ
σημαντήριονσημασία
σηματ-ουργόςσηματίζομαι
σημάτιονσηματόεις
σημει-ώδηςσημεία
σημειο-γραφέωσημειο-γράφος
σημειο-φόροςσημεῖον
σημειόωσημείωμα
σημείωσιςσημειωτέος
σημειωτικόςσημειωτός
σημερινόςσημικίνθιον
σημό-θετοςσημύδα
σημήϊονσημών
σηπάςσηπεδον-ώδης
σηπεδόνησηπεδονικός
σηπεδονόωσηπεδών
σηπεύωσηπι-ώδης
σηπίασηπιάς
σηπιδάριονσηπίδιον
σηπο-ποιόςσηπτικός
σηπτόςσηπτή
σηπτήριοςσηπύα
σηραγγ-ώδηςσηράγγιον
σηραγγόωσῆραγξ
σηρικο-διαστήςσηρικο-πλόκος
σηρικο-φόροςσηρικός
σηρο-κτόνοςσησαμ-ώδης
σησαμαῖοςσησαμῆ
σησάμησησάμινος
σησάμιονσησαμίς
σησαμίτηςσησαμο-ειδής
σησαμό-παστοςσησαμό-τῡρον
σησαμόειςσησαμούντιον
σησαμοῦςσῆσις
Σηστιώδηςσηστός
σῆστρονσητάνειος
σητάνιοςσητάω
σῆτεςσητό-βρωτος
σητό-κοποςσηψι-δακής
σῆψιςσθεναρός
σθένειασθένεια [2]
σθένιοςσθενο-βλαβής
σθενο-βρῑθήςσθένος
σθενόωσθένω
σιάσιᾱγόνιον
σιᾱγονίτηςσιᾱγών
σιαίνωσιαλ-ώδης
σιαλίζωσιαλικός
σίαλιςσιαλισμός
σιαλιστήριονσιαλο-ποιός
σιαλο-χοέωσιαλο-χόος
σίαλονσίαλος
σιαλόωσιάλωμα
σίβδηΣίβυλλα
σιβυλλαίνωΣιβύλλειος
σιβυλλιάωσιβυλλίζω
Σιβυλλιστήςσιβύνη
σιβύνηςσιβύνιον
σίβῡνονσῑγ-έρπης
σῖγασῑγάζω
σῑγαλέοςσῑγαλόεις
σῑγᾱλόςσῑγαλόω
σῑγάλωμασῑγάς
σῑγάωσῑγηλός
σῑγηρόςσῑγητικός
σίγλαισίγλος
σίγμασιγματίζω
σιγματισμόςσιγματο-ειδής
σιγμοειδήςσιγμός
σίγραισίγυμνος
σιγυνησίγῡνον
σίγῡνοςσίγω
σῑγήσίδᾱρος
σιδεύνηςσίδη
σιδηρ-αγωγόςσιδηρ-ωρυχεῖον
σιδηρ-ώδηςσιδηρεία
σιδηρεῖονσιδηρεύς
σιδηρεύωσιδηρίζω
σιδηρικόςσιδηρίτης
σιδηρο ποίκιλοςσιδηρο υργεῖον
σιδηρο υργίασιδηρο υργός
σιδηρο-βόλοςσιδηρο-βόρος
σιδηρο-βρῑθήςσιδηρο-βρῶτις
σιδηρο-βρώςσιδηρο-δάκτυλος
σιδηρο-δέσμιοςσιδηρό-δεσμος
σιδηρο-δετέωσιδηρο-δμής
σιδηρο-θώραξσιδηρο-κατά-δικος
σιδηρο-κμήςσιδηρο-κόπος
σιδηρο-μήτωρσιδηρο-νόμος
σιδηρό-νωτοςσιδηρο-πέδη
σιδηρό-πλαγκτοςσιδηρό-πλακτος
σιδηρό-πλαστοςσιδηρό-πλοκος
σιδηρό-πουςσιδηρό-πτερος
σιδηρο-πτέρυξσιδηρο-πώλης
σιδηρό-σπαρτοςσιδηρο-τέκτων
σιδηρό-τευκτοςσιδηρο-τοκέω
σιδηρο-τόκοςσιδηρο-τομέω
σιδηρο-τρύπανονσιδηρό-τρωτος
σιδηρο-φορέωσιδηρο-φορία
σιδηρο-φόροςσιδηρό-φρων
σιδηρο-φυήςσιδηρό-χαλκος
σιδηρο-χάρμηςσιδηρο-χίτων
σιδηρόδετοςσίδηρον
σίδηροςσιδηρόω
σιδηρήειςσιδιο-ειδής
σιδιόειςσίδιον
σιδιωτόνσιδόεις
Σῑδον-υφήςσιδήρειος
σιδήρεοςσιδήριον
σιδήρωμασιελίζω
σίζωΣικελίζω
σίκερασικίννη
σικιννίζωσίκιννις
σικιννιστήςσικιννο-τύρβη
σίκλοςσικυ-ήλατον
σικυ-ήρατονσικυ-ώδης
σικύασικυάζω
σικύδιονσικυηδόν
σικυο-πέπωνσίκυον
σίκυοςσίκυς
σικυωνίασικυών
σικυώνηΣικυώνια
σικχάζομαισικχαίνω
σικχαντόςσικχασία
σικχόςσίκχος
σικχότηςσιλη-πορδέω
σιληπορδίασίλι
σιλίγνιονσίλιγνις
σιλιγνίτηςσιλλαίνω
σιλλι-κύπριονσιλλο-γραφέω
σιλλο-γραφίασιλλο-γράφος
σίλλοςσιλλόω
σίλλυβασίλλυβος
σιλόδουροςσιλουρισμός
σίλουροςσίλυβος
σίλφησιλφιο-πώλης
σιλφιο-φόροςσιλφιόεις
σίλφιονσιλφιόω
σιλφιωτόςσῑμ-ῳδία
σῑμ-ῳδόςσιμβλεύω
σίμβλησιμβληΐς
σίμβλιοςσιμβλίς
σιμβλο-ποιέωσίμβλος
σιμβλήϊοςσιμικίνθιον
σιμίκιονσῑμο-ειδής
σῑμο-πρός-ωποςσῑμός
σῖμοςσῑμότης
σῑμόωσίμωμα
σιν-όδουςσιν-ώδους
σινα-μωρέωσινα-μωρία
σινά-μωροςσινα-μώρευμα
σινάζωσινᾱπ-έλαιον
σίνᾱπισινᾱπίδιον
σινᾱπίζωσιναπινος
σιναπιονσινᾱπισμός
σιναρόςσινάς
σινδον-υφήςσινδόνη
σινδόνιονσινδονίσκη
σινδονίτηςσινδονο-φορέω
σινδονο-φόροςσινδρός
σινδρωνεύομαισινδώ
σινδώνσῑνέομαι
σίνηπισινιάζω
σινίασμασινιατήριον
σινίονσίνις
σίνομαισίνος
σινότηςσινόω
σίντηςσίντωρ
σινωπικήσῖξις
σιο-ειδήςσιο-κόρος
σίονσιός
σιπαλόςσίπαρος
σιπύασιπύς
σιπυΐςσίραιον
σιρίᾱσιςσίριον
σιρο-μάστηςσιρός
σιῤῥόςσισαμίς
σισάριονσίσαρον
σῑσηρέσιοςσισμός
σισόησίσυβος
σισύμβρινοςσισύμβριον
σίσυμβρονσισύρα
σισυριγχίονσισυρίνιον
σισυρν-ώδηςσίσυρνα
σισυρνο-δύτηςσισυρνο-φόρος
σίσυρνονσίσυρνος
σισυρο-δύτηςσισυρο-φορέω
σισυρο-φόροςσίσυρος
σίσυςΣισυφίζω
σίσωνσῑτ-αγέρτης
σῑτ-αγωγέωσῑτ-αγωγία
σῑτ-αγωγόςσῑτ-άρκεια
σῑτ-αρκέωσῑτ-αρκία
σῑτ-αρχέωσῑτ-άρχημα
σῑτ-άρχηςσῑτ-αρχία
σίτ-αρχοςσῑτ-ηγέω
σῑτ-ηγίασῑτ-ηγός
σῑτ-ηρεσιάζωσῑτ-ουργός
σῑτ-ωνέωσῑτ-ωνία
σῑτ-ώδηςσῑτ-ώνης
σῑτ-ώνησιςσῑτανίας
σῑτάριονσῑτεία
σῑτευτόςσῑτευτής
σῑτεύωσῑτέω
σῑτη-βόροςσῑτηρέσιον
σῑτηρόςσίτησις
σῑτητόςσῑτίζω
σῑτικόςσῑτινός
σῑτίονσίτισις
σίτισμασῑτισμός
σῑτιστόςσῑτιστής
σίτλασῑτο-βόλιον
σῑτό-γροοοσῑτο-δαισία
σῑτο-δείασῑτο-δόκη
σῑτο-δόκοςσῑτο-δοσία
σῑτο-δοτέωσῑτο-δότης
σῑτο-δοχεῖονσῑτο-δόχος
σῑτο-θήκησῑτο-καπηλεύω
σῑτο-κάπηλοςσῑτό-κουρος
σῑτο-λογέωσῑτο-λογία
σῑτο-λόγοςσιτο-μετρέω
σῑτο-μέτρηςσῑτο-μετρία
σῑτο-μέτριονσῑτό-μετρον
σῑτο-μνημονέωσῑτο-νόμος
σῑτο-ποιέωσῑτο-ποιϊκός
σῑτο-ποιόςσῑτο-ποιΐα
σῑτο-πομπείασῑτο-πομπία
σῑτο-πόμπιονσῑτο-πονία
σῑτο-πόνοςσῑτο-πουέω
σῑτο-πράτηςσῑτο-πωλεῖα
σῑτο-πωλέωσῑτο-πώλης
σῑτό-σποροςσῑτο-φάγος
σῑτο-φόρονσῑτο-φόρος
σῑτο-φυλακεῖονσῑτο-φύλακες
σῑτο-φυλακέωσῑτο-φυλακία
σῑτο-φυλάκιονσῑτο-φύλαξ
σῑτοβολώνσῖτος
σίττασιττάκη
σίττακοςσίττας
σίττεσίττη
σιττύβησίττυβος
σίττωσῑτή-γονος
σῑτώνσῑτώνη
σιφαῖοςσίφαρος
σιφλόςσίφλος
σιφλόωσιφλώζω
σιφνεύςσιφνιάζω
σίφνιςσιφνός
σιφνόωσῑφῶμαι
σίφωνσῑφωνίζω
σιφώνιονσίω
σιωπάωσιωπηλός
σιωπηρόςσιωπή
σιώπησιςσκάζω
σκαι-εμ-βατέωσκαι-ώδης
σκαιο υργέωσκαιο ύργημα
σκαιο-βατέωσκαιόθεν
σκαιόςσκαιοσύνη
σκαιότηςσκαίρω
σκαίωμασκαιωρέω
σκαιωρίασκαιώρημα
σκαλαβώτηςσκαλάθυρμα
σκαλαθυρμάτιονσκαλαθύρω
σκάλασιςσκαλεία
σκάλευθρονσκάλευμα
σκάλευρονσκαλεύς
σκάλευσιςσκαλευτής
σκαλεύωσκαληνία
σκαληνο-ειδήςσκαληνός
σκαληνόωσκαλίας
σκαλιδεύωσκαλίζω
σκαλίςσκάλισις
σκαλισμόςσκαλιστήριον
σκαλλίονσκάλλω
σκάλμησκαλμίδιον
σκαλμόςσκάλοψ
σκάλσιςσκάλωμα
σκαμβόςσκαμβώδης
σκάμμασκαμμώνιον
σκαμωνίασκαμωνίτης
σκανδάλασκανδαλαβίζω
σκανδάληθρονσκανδαλίζω
σκάνδαλονσκάνδαλος
σκανδαλόωσκανδῑκ-ώδης
σκανδῑκο-πώληςσκάνδιξ
σκανθαρίζωσκαπανεύς
σκαπάνησκαπάνιον
σκᾱπάνιονσκαπανήτης
σκαπέρδασκαπερδεύω
σκάπετοςσκάπος
σκᾶποςσκάπτειρα
σκαπτο-φόροςσκᾶπτον
σκαπτόςσκᾶπτρον
σκάπτωσκαπτήρ
σκάραβοςσκαρδαμκτικός
σκαρδαμυγμόςσκαρδαμυκτέω
σκαρδαμυκτίσκαρδαμυκτής
σκαρδαμύσσωσκαρθμός
σκαρίασκαρίζω
σκαρίςσκαρισμός
σκαρίτηςσκαρῑφάομαι
σκαρίφευμασκαρῑφεύω
σκαρῑφηθμόςσκαρίφημα
σκαρῑφισμόςσκάρῑφος
σκάροςσκάρος [2]
σκάρτηςσκασμός
σκατάωσκατο-φαγέω
σκατο-φάγοςσκάτος
σκαῦροςσκάφαλος
σκαφείασκαφεῖον
σκαφεῖον [2]σκαφετός
σκαφεύςσκάφευσις
σκάφευσις [2]σκαφευτής
σκαφεύωσκαφεύω [2]
σκάφησκαφη-φορέω
σκαφη-φορίασκαφη-φόρος
σκαφητόςσκαφιά
σκαφίδιονσκαφιό-καρτος
σκαφιό-κουροςσκάφιον
σκαφίςσκαφιστήριον
σκαφίτηςσκαφο-ειδής
σκαφο-λουτρέωσκάφος
σκαφήσκαφήτης
σκαφώρησκεδάζω
σκεδάννῡμισκέδασις
σκεδασμόςσκεδαστικός
σκεδαστόςσκεθρός
σκειρόςσκεῖρος
σκειρόωσκελέαι
σκελετ-ώδηςσκελετάζω
σκελετείασκελέτευμα
σκελετεύωσκελετία
σκελετόςσκελέω
σκελι-ᾱγήςσκελίδιον
σκελίζωσκελίς
σκελίσκοςσκέλισμα
σκελιφρόςσκελλίζω
σκελλίςσκελλός
σκέλλωσκελό-δεσμος
σκελο-κοπίασκελο-τύρβη
σκέλοςσκελύδριον
σκέλυθρονσκέμμα
σκεμμόςσκενδύλη
σκενδύλιονσκένος
σκεπάζωσκέπανον
σκεπανόςσκέπανος
σκεπαρνηδόνσκεπαρνίζω
σκεπαρνισμόςσκέπαρνον
σκέπαρνοςσκέπας
σκέπασιςσκέπασμα
σκεπαστικόςσκεπαστός
σκέπαστρονσκεπαστήριος
σκεπαστήςσκεπάω
σκέπησκεπηνός
σκέπηνοςσκέπινος
σκεπτέοςσκεπτικός
σκέπτομαισκεπτοσύνη
σκεπτήριοςσκέπω
σκερ-βόλλωσκέρ-βολος
σκέραφοςσκερβολέω
σκευ-αγωγέωσκευ-αγωγία
σκευ-αγωγόςσκευ-αγώγημα
σκευ-ωρέομαισκευ-ωρία
σκευ-ωρόςσκευ-ώρημα
σκευάζωσκευάριον
σκευασίασκεύασις
σκεύασμασκευαστός
σκευη-φόροςσκευο-γραφικόν
σκευο-θήκησκευο-ποιέω
σκευο-ποίημασκευο-ποιός
σκευο-ποιΐασκευο-πώλης
σκευό-τριψσκευο-φορεῖον
σκευο-φορέωσκευο-φορία
σκευο-φορικόςσκευο-φόριον
σκευο-φοριώτηςσκευο-φόρος
σκευο-φυλακέωσκευο-φυλάκιον
σκευο-φύλαξσκεῦος
σκευουργίασκευόω
σκευήσκέψις
σκῆμασκῆμψις
σκηνάωσκηνευτής
σκηνέωσκηνίδιον
σκηνικεύομαισκηνικός
σκηνίπτωσκηνίς
σκηνίτηςσκηνο-βατέω
σκηνο-γραφέωσκηνο-γραφία
σκηνο-γραφικόςσκηνο-γράφος
σκηνο-ειδήςσκηνο-παγής
σκηνο-πηγέωσκηνο-πηγία
σκηνο-ποιέωσκηνο-ποιός
σκηνο-ποιΐασκηνο-φύλαξ
σκηνοῤ-ῥαφεῖονσκηνοῤ-ῥαφέω
σκηνοῤ-ῥάφοςσκῆνος
σκηνόωσκηνύδριον
σκηνωτήςσκηνή
σκηνήτηςσκηπάνιον
σκηπίωνσκηπτο υχία
σκηπτο ῦχοςσκηπτο-βᾱμων
σκῆπτονσκηπτός
σκηπτρο-κρατέωσκηπτρο-κράτωρ
σκηπτρο-φορέωσκηπτρο-φόρος
σκῆπτρονσκηπήνιον
σκηρίπτωσκηρός
σκηρόωσκῆψις
σκι-αυγέωσκί-ουρος
σκι-ώδηςσκιά
σκιᾱ-γραφέωσκιᾱ-γράφημα
σκιᾱ-γραφίασκιᾱ-γραφικός
σκιᾱ-γράφοςσκιᾱ-θηρέω
σκιά-θηρονσκιᾱ-θήρας
σκιᾱ-μαχέωσκιᾱ-μαχία
σκιά-ποδεςσκιᾱ-τραφέω
σκιᾱ-τραφίασκιᾱ-τραφής
σκιᾱ-τροφέωσκιᾱ-τροφία
σκιᾱ-τροφίαςσκιάδειον
σκιαδεύςσκιαδη-φορέω
σκιαδη-φόροςσκιάδιον
σκιαδίσκησκιαδο-φορέω
σκιάζωσκιαθίς
σκίαινασκιαινίς
σκιακόςσκιαρό-κομος
σκιαρόςσκιάς
σκίασμασκιασμός
σκιαστικόςσκιαστής
σκιάωσκίγγος
σκίδναμαισκιερός
σκιθακόςσκιλλ-ώδης
σκίλλασκιλλητικός
σκιλλο-κέφαλοςσκιλλο-κρόμμυον
σκιμ-πόδιονσκιμ-ποδίσκος
σκίμ-πουςσκιμᾱλίζω
σκιμβάζωσκιμβός
σκιμπάζωσκίμπτω
σκίμπτωνσκίμπων
σκίναξσκίναρ
σκινδακόςσκινδαλαβίζω
σκινδαλαμο-φράστηςσκινδάλαμος
σκινδαλμόςσκινδαρεύω
σκινδάριονσκίνδαρος
σκίνδαφοςσκινδαψός
σκινθαρίζωσκίνθαρος
σκινθόςσκινίς
σκινίψσκιο-γράφος
σκιο-ειδήςσκιο-θηρικοί
σκιο-θήραςσκιο-μαχέω
σκιο-τραφήςσκιο-φόρος
σκιό-φωςσκιό-ψυκτος
σκιόειςσκιπναῖος
σκίπτωσκίπων
Σκίρασκιράδιον
σκιραίνωΣκιράς
σκῑραφείασκῑραφεῖον
σκῑραφευτήςσκῑραφεύω
σκῑράφιονσκίραφος
σκιρο-παίκτηςΣκιρο-φόρια
Σκιρο-φοριώνσκίρον
σκιρόςσκίρος
σκιρόωσκιῤῥ-ώδης
σκιῤῥαίνωσκιῤῥάς
σκιῤῥίασκιῤῥίτης
σκίῤῥονσκιῤῥός
σκίῤῥοςσκίῤῥος [2]
σκιῤῥόωσκίῤῥωμα
σκιρτάωσκιρτέω
σκιρτηδόνσκιρτηθμός
σκίρτημασκίρτησις
σκιρτητικόςσκιρτητής
σκιρτο-πόδηςσκιρτο-ποιέω
σκιταλίζωσκίφη
σκιφίαςσκιφίζω
σκιφίνιοςσκίφος
σκῑφόςσκιφύδριον
σκίψσκιωτός
σκιήσκλῆμα
σκληρ-αγωγέωσκληρ-αγωγία
σκληρ-άργιλλοςσκληρ-αύχην
σκληρ-ευνίασκληρ-όστρακος
σκληρ-οφθαλμίασκληρ-όφθαλμος
σκληρ-ώδηςσκληρία
σκληρίᾱσιςσκληριάω
σκληρο υχίασκληρό-βιος
σκληρο-βίοτοςσκληρό-γεως
σκληρο-γνώμωνσκληρό-δερμος
σκληρο-δίαιτοςσκληρο-ειδής
σκληρό-θριξσκληρο-καρδία
σκληρο-κάρδιοςσκληρο-κέφαλος
σκληρό-κηροςσκληρο-κοίλιος
σκληρο-κοιτέωσκληρο-κοιτία
σκληρό-κοκκοςσκληρο-λέκτης
σκληρο-παγήςσκληρο-παίκτης
σκληρο-ποιέωσκληρο-ποιός
σκληρό-πουςσκληρο-πρός-ωπος
σκληρο-πύρηνοςσκληρό-σαρκος
σκληρό-στομοςσκληρο-σώματος
σκληρο-τραχηλέωσκληρο-τράχηλος
σκληρό-τριχοςσκληρο-φυής
σκληρό-χειρσκληρό-ψυχος
σκληρόςσκληρότης
σκληρόωσκληρυντικός
σκληρύνωσκληφρός
σκλήρυσμασκλήρωμα
σκνῑπαῖοςσκνιπο-φάγος
σκνῑπόςσκνῑπότης
σκνίπτωσκνῑφός
σκνῖφοςσκνῑφότης
σκνῑφόωσκνίψ
σκοάσκοίδιον
σκοῖδοςσκοιός
σκολι-όνειροςσκολι-ωπός
σκολι-ώδηςσκολιάζω
σκολιαίνωσκολιό-βουλος
σκολιό-γραπτοςσκολιο-γραφέω
σκολιο-δρομέωσκολιο-δρόμος
σκολιό-θριξσκολιο-πλανής
σκολιό-ποροςσκολιό-φρων
σκολιό-χειλοςσκόλιον
σκολιόςσκολιότης
σκολιόωσκολίωμα
σκολίωσιςσκόλλυς
σκόλοκροςσκολοπ-ώδης
σκολόπαξσκολόπενδρα
σκολοπένδρειοςσκολοπένδριον
σκολόπενδροςσκολοπενδρώδης
σκολοπηΐςσκολοπίζω
σκολοπο-ειδήςσκολοπο-μαχαίριον
σκόλοψσκολύθριον
σκόλυθροςσκολυμ-ώδης
σκόλυμοςσκολύπτω
σκολυφρόςσκολῶπαξ
σκομβρίζωσκόμβρος
σκόνυζασκοπ-άρχης
σκοπελ-ώδηςσκοπελο-δρόμος
σκοπελο-ειδήςσκόπελος
σκόπευμασκόπευσις
σκοπευτήριονσκοπευτής
σκοπεύωσκοπέω
σκόπησιςσκοπι-ωρέομαι
σκοπι-ωρόςσκοπιά
σκοπιάζωσκοπιάω
σκόπιμοςσκοπιήτης
σκοπόςσκόπτω
σκοπήσκορακίζω
σκορακισμόςσκορδίζω
σκορδινάομαισκορδίνημα
σκορδινιασμόςσκορδινισμός
σκόρδιονσκορδο-ειδής
σκορδό-πρασονσκορδο-πώλης
σκόρδονσκορδόω
σκορδύλησκορδύλος
σκοροδ-άλμησκοροδίζω
σκορόδιονσκοροδο-μάχοι
σκοροδο-μίμητοςσκοροδο-πανδοκευτρι-αρτο-πῶλις
σκοροδο-πώληςσκοροδο-φαγέω
σκοροδο-φαγίασκοροδο-φάγος
σκοροδο-φόροςσκόροδον
σκοροδόωσκοροδών
σκόρπαινασκόρπειος
σκορπί-ουροςσκορπι-ώδης
σκορπιαίνωσκορπιανός
σκορπίδιονσκορπίζω
σκορπιό-δηκτοςσκορπιο-ειδής
σκορπιό-πληκτοςσκορπιόεις
σκορπιόθενσκορπίος
σκορπιόωσκορπισμός
σκορπίτηςσκορπίων
σκορπήϊοςσκοτ-ώδης
σκοτάζωσκοταῖος
σκοτασμόςσκοτάω
σκοτειν-ώδηςσκοτεινο-λογία
σκοτεινο-φόροςσκοτεινός
σκοτεινότηςσκότειος
σκοτερόςσκοτεύω
σκοτέωσκοτία
σκοτιαῖοςσκοτίας
σκοτίζωσκοτίνας
σκότιονσκότιος
σκοτισμόςσκοτίτης
σκοτο-βῑνιάωσκοτο-δασυ-πυκνό-θριξ
σκοτό-δειπνοςσκοτο-δῑνέω
σκοτο-δίνησκοτο-δῑνία
σκοτο-δῑνίᾱσιςσκοτο-δῑνιάω
σκοτό-δῑνοςσκοτο-ειδής
σκοτο-εργόςσκοτό-μαινα
σκοτο-μηνίασκοτο-μήδης
σκοτο-μήνησκοτο-μήνιος
σκοτόειςσκοτοι-βόρος
σκότοςσκοτόω
σκοτωδίασκότωμα
σκοτωματικόςσκότωσις
σκυβαλ-ώδηςσκυβαλίζω
σκυβαλικόςσκυβάλισμα
σκυβαλισμόςσκύβαλον
σκυδάζωσκύδμαινος
σκυδμαίνωσκύζα
σκυζάωσκύζομαι
σκυθάριονσκύθης
Σκυθίζωσκυθιστί
Σκυθο-τοξότηςσκύθος
σκυθρ-ωπάζωσκυθρ-ωπασμός
σκυθρ-ωπέωσκυθρ-ωπός
σκυθράζωσκύθραξ
σκυθρόςσκυθρωπότης
σκυλακ-ώδηςσκυλάκαινα
σκυλακείασκυλάκειος
σκυλάκευμασκυλακεύς
σκυλάκευσιςσκυλακεύω
σκυλάκησκυλακηδόν
σκυλακίασκυλακίζω
σκυλάκινοςσκυλάκιον
σκυλακῖτιςσκυλακο-δρόμος
σκυλακο-κτόνοςσκυλακο-τροφία
σκυλακο-τρόφοςσκύλαξ
σκῡλᾱτικόςσκῡλάω
σκῡλείασκυλευμα
σκύλευσιςσκῡλευτής
σκῡλεύωσκῡλη-φόρος
σκύλιονσκύλλαρος
σκυλλο-πνίκτηςσκύλλω
σκύλμασκυλμός
σκυλο-δεψέωσκυλο-δέψης
σκυλό-δεψοςσκῡλο-φόρος
σκῡλο-χαρήςσκῦλον
σκύλοςσκυλόω
σκύλσιςσκῡλήτρια
σκυμν-αγωγέωσκυμνεύω
σκυμνίονσκυμνο-τοκέω
σκύμνοςσκύνιον
σκύπφειοςσκύπφος
σκῡρ-ώδηςσκυρθάλιος
σκύρθαξσκύριον
σκύρονσκῦρον
σκῡρόςσκῡρόω
σκῡρωτόςσκῡτ-ώδης
σκυτάλησκυταλη-φορέω
σκυταλη-φόροςσκυταλίας
σκυτάλιονσκυταλίς
σκυταλισμόςσκύταλον
σκυταλόωσκυταλωτός
σκῡτάριονσκῡτεῖον
σκυτειοςσκῡτεύς
σκυτευσιςσκῡτεύω
σκύτησκῡτικός
σκυτινοςσκῡτίς
σκῡτο-βραχίωνσκῡτο-δεψέω
σκῡτο-δέψηςσκῡτο-δεψικός
σκῡτο-δεψόςσκῡτο-τομεῖον
σκῡτο-τομέωσκῡτο-τομία
σκῡτο-τομικόςσκῡτο-τόμιον
σκῡτο-τόμοςσκῡτο-τραγέω
σκῡτο-φάγοςσκῡτοῤ-ῥάφος
σκῦτοςσκῡτόω
σκύφειοςσκύφιον
σκυφο-ειδήςσκύφος
σκύφωμασκωληκ-ώδης
σκωληκίᾱσιςσκωληκιάω
σκωληκίζωσκωληκίτης
σκωληκό-βρωτοςσκωληκο-ειδής
σκωληκο-ποιέωσκωληκο-τοκέω
σκωληκο-τοκίασκωληκο-τόκος
σκωληκο-φάγοςσκωληκόω
σκωλο-βατίζωσκωλοβάτης
σκῶλονσκῶλος
σκωλύπτομαισκωλήκησις
σκωλήκιονσκωλήκωσις
σκῶμμασκωμμάτιον
σκωπαῖοςσκωπτηλός
σκωπτικόςσκωπτόλης
σκῶρσκωραμίς
σκωρίασκωριο-ειδής
σκῶψιςσκήλημα
σκήμπτωσκήνημα
σκήνωμασκήνωσις
σκήπτωσκήπων
σκώληξσκώπευμα
σκώπτηςσκώπτρια
σκώπτωσκώψ
σλατί τακοςσμαράγδειος
σμαραγδίζωσμαράγδινος
σμαράγδιονσμαραγδίτης
σμάραγδοςσμαραγέω
σμαραγίζωσμάραγνα
σμάραγοςσμαραγή
σμαράσσωσμαρίς
σμάωσμερδαλέος
σμερδνόςσμέρδος
σμέωσμῆγμα
σμηγματ-ώδηςσμηγματο-πώλης
σμηκτικόςσμηκτίς
σμηκτόςσμηκτρίς
σμῆμασμηματο-φορεῖον
σμην-ουργέωσμην-ουργία
σμην-ουργόςσμηνηδόν
σμηνίονσμηνιών
σμηνο-δόκοςσμηνο-κόμος
σμῆνοςσμηνών
σμῆξιςσμηρέα
σμηρίασμῆριγξ
σμηρίζωσμῆρις
σμίκρ-ασπιςσμῑκρίζεσθαι
σμῑκρίνηςσμῑκρο
σμῑκρο-γνώμωνσμῑκρο-λογία
σμῑκρο-λόγοςσμῑκρο-μερής
σμῑκρο-πρέπειασμῑκρός
σμῑκρότηςσμῑκρύνω
σμῖλασμῑλάκινος
σμῖλαξσμίλευμα
σμῑλευτόςσμῑλεύω
σμίλησμῑλίον
σμῑλιωτόςσμῖλος
σμίνθασμίνθος
σμινύδιονσμινύη
σμινυόςσμινύς
σμίριςσμογερός
σμοιόςσμοκορδόω
σμυγερόςσμύλα
σμύξωνσμύραινα
σμύραινοςσμυρίζω
σμυρίζω [2]σμύρις
σμύρισμασμυρισμάτιον
σμυρίτηςσμύρνα
σμυρναῖοςσμυρνεῖον
σμυρνιάζωσμυρνίζω
σμύρνινοςσμυρνίον
σμυρνο-ειδήςσμυρνο-φόρος
σμῦροςσμύχω
σμῶδιγξσμωδικός
σμῶδιξσμήκτης
σμήλησμήλω
σμήρινθοςσμήρισμα
σμήχωσμώνη
σμώςσμώχω
σνν-αγαπάωσνν-όμ-ορος
σοβαρεύομαισοβαρο-βλέφαρος
σοβαρο-πρός-ωποςσοβαρός
σοβάςσοβέω
σόβησόβησις
σόβητρονσογκ-ώδης
σόγκοςσόγχος
σοῖσφασολοι-τύπος
σολοικίασολοικίζω
σολοικισμόςσολοικιστής
σολοικο-ειδήςσολοικο-φανής
σόλοικοςσόλος
σομφ-ώδηςσομφός
σομφότηςσόν
σόομαισόος
σόος [2]σορ-έλλη
σορεύωσορηδόν
σορο-δαίμωνσορο-εργός
σορο-πηγόςσορό-πληκτος
σορο-πλήξσορο-ποιός
σορόςσορωνίς
σόςσοῦβος
σουδάριονσούκινος
σοῦμαισοὔνεκα
σοῦςσούσινος
σοῦσιςσοῦσον
σοὐστίσοῦσφα
σούχιονσοῦχος
σούωσοφία
σοφίζωσόφισμα
σοφισματ-ώδηςσοφισματίας
σοφισματικόςσοφισμάτιον
σοφισματισμόςσοφισμός
σοφιστείασοφίστευμα
σοφιστεύωσοφιστιάω
σοφιστικόςσοφιστο-μανέω
σοφίστριασοφιστήριον
σοφιστήςσοφό-νοος
σοφόςσοφόω
σόωσοω-ναύτης
σοΐςσπάδαξ
σπαδίζωσπάδιξ
σπαδονίζωσπαδόνισμα
σπαδονισμόςσπάδων
σπαδώνσπαθαλάω
σπαθάλιονσπαθᾱτός
σπαθάωσπάθη
σπάθημασπάθησις
σπαθητόςσπαθία
σπαθίζωσπαθιναίας
σπαθίνηςσπάθιον
σπάθιοςσπαθίς
σπαθισμόςσπαθίτης
σπαθο-μήλησπαθο-ποιός
σπαθό-φυλλοςσπαίρω
σπάκασπάλαθρον
σπάλαθρον [2]σπαλακία
σπάλαξσπαλείς
σπάλιονσπαλίων
σπαν-άδελφοςσπαν-ανδρία
σπάν-ουροςσπάν-υδρος
σπάνησπανία
σπανιάκιςσπανίζω
σπάνιοςσπανιότης
σπάνιςσπανιστός
σπανο-καρπίασπανο-πώγων
σπανο-σῑτίασπανό-σῑτος
σπανό-σπερμοςσπανό-τεκνος
σπανό-φυλλοςσπανός
σπάξσπαραγμ-ώδης
σπάραγμασπαραγματ-ώδης
σπαραγμόςσπαράκτης
σπάραξιςσπαράσσω
σπαργανάωσπαργανίζω
σπαργάνιονσπαργανιώτης
σπάργανονσπαργανόω
σπαργάνωμασπαργάνωσις
σπαργάωσπάργω
σπάργωσιςσπαργή
σπαρίζωσπάρνιοι
σπαρνο-πόλιοςσπαρνός
σπάροςσπαρτα-γενής
σπάρτησπάρτινος
σπαρτιο-χαίτηςσπαρτίον
σπαρτό-δετοςσπαρτο-πλόκος
σπαρτο-πόλιοςσπαρτό-πωλις
σπαρτο-πώληςσπαρτο-φόρος
σπαρτο-χαίτηςσπάρτον
σπαρτόςσπάρτος
σπάσιςσπάσμα
σπασματ-ώδηςσπασμάτιον
σπασμόςσπασμώδης
σπαστικόςσπαταγγίζω
σπάταγοςσπαταλάω
σπατάλησπατάλημα
σπατάλιονσπαταλός
σπάτειοςσπατίζω
σπατίλ-ουροςσπατίλη
σπάτοςσπατόω
σπάωσπεῖος
σπειρ-αχθήςσπειρ-οῦχος
σπειρ-ώδηςσπεῖρα
σπειραίασπείρᾱμα
σπείρᾱσιςσπειράω
σπειρηδόνσπείρημα
σπειρίονσπειρό-πωλις
σπειρο-πώληςσπεῖρον
σπεῖροςσπειρόω
σπείρωσπείρω [2]
σπείρωσιςσπεῖσις
σπεκλόωσπέλεθος
σπέλληξσπέλλιον
σπενδ-αυλέωσπενδεῖον
σπενδοποιέωσπενδοποιέωσπένδω
σπέοςσπέραδος
σπέργδηνσπερμ-αγοραιο-λεκιθο-λαχανό-πωλις
σπερμ-ουχέωσπέρμα
σπερμαίνωσπερματ-οῦχος
σπερματ-ώδηςσπερματίας
σπερματίζωσπερματικός
σπερμάτιονσπερματίς
σπερματισμόςσπερματῖτις
σπερματο-λογέωσπερματο-λόγος
σπερματο-πώληςσπερματο-φάγος
σπερματο-φυέωσπερματο-φυής
σπερματόωσπερμάτωσις
σπερμεῖονσπέρμειος
σπερμο-βολέωσπερμο-γονέω
σπερμο-γόνοςσπερμο-λογέω
σπερμο-λογίασπερμο-λογικός
σπερμο-λόγοςσπερμο-νόμος
σπερμο-ποιέωσπερμο-φάγος
σπερμο-φορέωσπερμο-φόρος
σπερμο-φυέωσπερμο-φυής
σπερχνο-ποιόςσπερχνός
σπέρχνωσπέρχω
σπέςσπέτε
σπεύδωσπευσίνιοι
σπευστικόςσπευστός
σπηλ-ώδηςσπηλάδιον
σπηλαιο-ειδήςσπηλαΐτης
σπηλυγγ-ώδηςσπῆλυγξ
σπίγγοςσπίδιος
σπιδνόςσπιδόεις
σπιδόθενσπιδής
σπίζασπιζίας
σπιζίτηςσπίζω
σπίζω [2]σπιθαμ-ώδης
σπιθαμαῖοςσπιθαμιαῖος
σπιθαμήσπιλ-ώδης
σπιλαδ-ώδηςσπιλάς
σπίλοςσπῖλος
σπιλόωσπίλωμα
σπιλωτόςσπίνα
σπινθάριξσπινθαρίς
σπινθάρυξσπινθεύω
σπινθηρακίζωσπινθηρίζω
σπινθηρο-βόλοςσπινθηρο-πόμπος
σπινθίονσπινθήρ
σπινίδιονσπίνιον
σπινόςσπίνος
σπλαγνο-φάγοςσπλαγχν-όπτης
σπλαγχνεύωσπλαγχνίδιον
σπλαγχνίζομαισπλαγχνίζω
σπλαγχνικόςσπλαγχνίς
σπλαγχνισμόςσπλαγχνο-σκοπέω
σπλαγχνο-σκόποςσπλαγχνο-τομία
σπλαγχνο-τόμοςσπλάγχνον
σπλεκόωσπληδός
σπλην-ώδηςσπληνάριον
σπληνιάωσπληνίδιον
σπληνίζομαισπληνικός
σπληνιό-δετοςσπληνίσκος
σπληνίτηςσπληνόω
σπλήνσπλήνιον
σπογγ-ώδηςσπογγάριον
σπογγεύςσπογγιά
σπογγιεύςσπογγίζω
σπογγίονσπόγγισμα
σπογγιστικόςσπογγο-ειδής
σπογγο-θηρικήσπογγο-θήρας
σπογγο-κολυμβητήςσπογγο-λογέω
σπογγο-τόμοςσπόγγος
σποδ-όρχηςσποδ-ώδης
σποδάσποδεύνης
σποδέωσποδησι-λαύρα
σποδι-ώδηςσποδιά
σποδιαῖοςσποδιακός
σποδιάςσποδίζω
σπόδιονσποδιόομαι
σπόδιοςσποδίτης
σποδο-ειδήςσποδόεις
σποδόςσποδόω
σπολάςσπολεύς
σπονδ-αγωγόςσπονδ-αρχέω
σπονδ-αρχίασπόνδ-αρχος
σπονδ-αυλέωσπονδ-αύλης
σπονδ-εύνηςσπονδειάζω
σπονδειακόςσπονδειασμός
σπονδειο-κατά-ληκτοςσπονδεῖον
σπονδεῖοςσπονδη-φορέω
σπονδιάςσπονδίζω
σπόνδιξσπονδίον
σπονδίτηςσπονδο-ποιέομαι
σπονδο-φορέωσπονδο-φόρος
σπονδύλησπονδύλιον
σπόνδυλοςσπονδή
σπονδήσιμοςσπονδήτης
σποράσποράδην
σποραδικόςσποράς
σποργήσπορεύς
σπορευτόςσπορευτής
σπορεύωσπορητός
σπόριμοςσπορο-λογέω
σπόροςσποῦ
σπουδ-αρχ-αιρεσίασπουδ-αρχέω
σπουδ-άρχηςσπουδ-αρχία
σπουδ-αρχιάζωσπουδ-αρχίας
σπουδ-αρχιάωσπουδ-αρχίδης
σπουδάζωσπουδαιο-λογέω
σπουδαιο-λόγωςσπουδαιό-μῡθος
σπουδαῖοςσπουδαιότης
σπούδασμασπουδασμάτιον
σπουδαστικόςσπουδαστής
σπουδο-γέλοιοςσπουδή
σπυραθ-ώδηςσπυραθία
σπυράθιονσπύραθος
σπυράςσπύρδαρον
σπυρθίζωσπυριδ-ώδης
σπυρίδιονσπυριδόν
σπυριδώνσπυρίς
σπυρίχνιονσπήλαιον
σταβατίνηςσταβεύς
στάγδηνστάγες
σταγετόςστάγιον
στάγμασταγονίας
σταγώνσταδαῖος
στάδηνσταδι-άρχης
σταδιαῖοςσταδίας
σταδιασμόςσταδιεύς
σταδιευτήςσταδιεύω
σταδίησταδιο-δρομέω
σταδιο-δρόμηςσταδιο-δρόμος
στάδιονστάδιος
στάδιος [2]σταδισμός
στάζωσταθερός
σταθερότηςστάθευσις
σταθευτόςσταθεύω
σταθηρόςσταθηρότης
σταθμ-οῦχοςσταθμ-ώδης
σταθμάωσταθμεύω
σταθμέωστάθμη
στάθμησιςσταθμητικός
σταθμητόςσταθμίδιον
σταθμίζωσταθμικός
σταθμίονσταθμίς
σταθμιστήςσταθμο-δότης
σταθμόνδεσταθμός
σταθμόωσταθμών
σταίςσταιτινο-κογχο-μαγής
σταίτινοςσταιτίτης
σταιτήῑοςστακτικόο
στακτόςστακτή
στᾱλ-ουργόςστάλα
σταλαγέωστάλαγμα
σταλαγμιαῖοςσταλαγμίας
σταλαγμόςσταλάζω
σταλακτικόςσταλακτις
σταλακτόςσταλάσσω
στᾱλᾶτιςσταλάω
σταληδώνσταλίδωμα
στάλιξσταλίς
στᾱλίςσταλτέος
σταλτικόςσταλύζω
στᾱμ-αγορίςσταμίν
σταμνάριονσταμνίον
σταμνίσκοςστάμνος
στανύωστάξ
στάξιςστᾴς
στασάνηστασι-άρχης
στασί-αρχοςστασί-ωρον
στασι-ωρόςστασι-ώδης
στασιάζωστασιασμός
στασιαστικόςστασιαστής
στάσιμοςστασιο-κοπέω
στασιο-ποιέωστασιο-ποιός
στάσιςστασιωτεία
στασιωτικόςστασιώτης
στάτεισιςστατέος
στατεύωστατηριαῖος
στατηρόςστᾳτίας
στατίζωστατικός
στᾴτινοςστᾳτίτης
στατόςστατήρ
σταυρηδόνσταυρό τυπος
σταυρο-ειδήςσταυρο-φάνεια
σταυρόςσταυρόω
σταύρωμασταύρωσις
σταυρωτήρσταυρωτής
σταυρώσιμοςσταφιδευταῖος
σταφίδιονσταφίδιος
σταφιδίτηςσταφιδο-ποιΐα
σταφιδόωσταφίς
σταφυλ-άγρασταφύλη
σταφυλη-κόμοςσταφυλη-τομία
σταφυλη-τόμοςσταφυλίζω
σταφυλῖνοςσταφύλινος
σταφύλιονσταφυλίς
σταφυλίτηςσταφυλο-βολεῖον
σταφυλο-δρόμοισταφυλο-καύστης
σταφυλο-κλοπίδηςσταφυλο-λόγος
σταφυλο-τομέωσταφυλο-τομία
σταφυλο-τόμοςσταφυλο-φόρος
σταφύλωμασταφυλή
σταχάνησταχυ-μήτωρ
σταχυ-ώδηςσταχυη-κομάω
σταχυη-κόμοςσταχυη-λόγος
σταχυη-τόμοςσταχυη-τρόφος
σταχυη-φόροςσταχυηρός
σταχύϊνοςσταχυο-βολέω
σταχυό-θριξσταχυο-λογέω
σταχυο-λογίασταχυο-λόγος
σταχυο-πλόκαμοςσταχυο-στέφανος
σταχυο-τρόφοςσταχυο-φορέω
σταχυο-φόροςσταχυόομαι
στάχυςΣΤΑΩ
στέαρστεατ-ώδης
στεάτινοςστεάτιον
στεατόωστεάτωμα
στέγ-αρχοςστεγ-άρχων
στεγᾱ-νόμιονστεγᾱ-νόμος
στεγάζωστεγάνη
στεγανο-γραφίαστεγανο-γράφος
στεγανό-πουςστεγανός
στεγανόωστεγάνωμα
στεγάσιμοςστέγασις
στέγασμαστεγαστός
στεγαστρίςστέγαστρον
στεγαστήρστεγαστής
στέγηστεγίτης
στεγνο-φυήςστεγνός
στεγνότηςστεγνόω
στέγνωσιςστεγνωτικός
στεγονόμιονστέγος
στέγωστεγήρης
στειβεύςστειβία
στείβωστειλαιός
στειλειάστειλειόν
στειν-αύχηνστειν-ωπός
στεινό-ποροςστεινός
στεῖνοςστεινόω
στείνωστείνωμα
στείομενστειπτός
στειρ-ώδηςστεῖρα
στειρεύωστεῖρος
στειρόωστείρωμα
στείρωσιςστειφρός
στείχωστεκτικός
στελγιδο-λήκυθοςστελγιδο-ποιός
στελγίζωστελγίς
στέλγισμαστέλγιστρον
στελεάστελειόω
στελεόνστελεός
στελεόωστελεφοῦρος
στελεχ-ώδηςστελεχη-τόμος
στελεχηδόνστελεχιαῖος
στελέχιονστελεχό-καρπος
στέλεχοςστελεχόω
στελίδιονστελίς
στέλλωστέλμα
στελμόνιαστελμονίαι
στεμβάζωστέμβω
στέμμαστεμματιαῖον
στεμματίαςστεμμάτιον
στεμματόωστεμφυλίς
στεμφυλίτηςστέμφυλον
στέμφωστεν-αύχην
στεν-κώκῡτοιστεν-ωπός
στεν-ώδηςστεναγμ-ώδης
στέναγμαστεναγμός
στενάζωστενακτικός
στενακτόςστεναχέω
στεναχίζωστενάχω
στεναχήστενό-βουλος
στενό-βρογχοςστενο-επι-μήκης
στενο-θώραξστενο-κοίλιος
στενο-κορίᾱσιςστενο-κύμων
στενο-λεσχέωστενο-λέσχης
στενο-λεσχίαστενο-λογέω
στενο-λόγοςστενό-μακρος
στενο-παθέωστενο-πορθμίς
στενό-πορθμοςστενο-πορία
στενό-ποροςστενό-πους
στενό-πρωκτοςστενό-σημος
στενό-στομοςστενο-τράχηλος
στενο-φλεβο-τόμοςστενο-φυλλία
στενό-φυλλοςστενο-φυής
στενό-φωνοςστενο-χωρέω
στενο-χωρίαστενό-χωρος
στενόειςστενοπρός-ωπος
στενόῤ-ῥῑνοςστενοῤ-ῥύμη
στενόςστένος
στενότηςστενόω
στενυγρο-χωρίηστενυγρός
στενυγρόωστένω
στένωμαστενωπεῖον
στένωσιςστενώπ-αρχος
στεπτόςστεπτήριος
στέργανοςστέργηθρον
στέργημαστεργο-ξύν-ευνος
στέργωστερε-ώδης
στερεμνι-ώδηςστερέμνιος
στερεμνιόωστέρεμνος
στερεο-γνώμωνστερεό-δερμος
στερεο-ειδήςστερεο-κάρδιος
στερεο-μετρέωστερεο-μέτρης
στερεο-μετρίαστερεο-μετρικός
στερεο-ποιέωστερεό-πους
στερεό-σαρκοςστερεό-φρων
στερεόςστερεότης
στερεόωστερέω
στερέωμαστερέωσις
στερεωτικόςστερεωτής
στέρημαστέρησις
στερητικόςστερίζω
στέριποστερίσκω
στεριφεύομαιστεριφνός
στεριφο-ποιέωστέριφος
στεριφόωστερίφωμα
στερκτικόςστερκτός
στερν-οῦχοςστερν-όφθαλμος
στερν-ώδηςστερνίδιον
στέρνιξστερνίον
στερνίτηςστερνο-βρῑθής
στερνο-κοπέομαιστερνο-κτυπέω
στερνό-μαντιςστερνο-σώματος
στερνο-τυπέομαιστερνο-τυπία
στερνο-τύπτηςστερνο-τυπής
στέρνονστέρξις
στέρομαιστεροπ-ηγερέτα
στεροπεύςστεροπή
στερόςστέροψ
στεῤῥο-βαρήςστεῤῥο-βόας
στεῤῥό-γυιοςστεῤῥο-ποιέω
στεῤῥο-σώματοςστεῤῥός
στεῤῥότηςστεῤῥόω
στεῤῥωτικόςστέρφινος
στέρφνιοςστερφό-πεπλος
στέρφοςστερφόω
στέρφωσιςστερφωτήρ
ΣΤΈΡΩστεῦμαι
στεφαν-οῦχοςστεφαν-ώδης
στεφάνηστεφανη-πλοκέω
στεφανη-πλοκίαστεφανη-πλόκιον
στεφανη-πλόκοςστεφανη-φορέω
στεφανη-φορίαστεφανη-φόρος
στεφανηδόνστεφανιαῖος
στεφανίζωστεφανικός
στεφάνιονστεφανίς
στεφανίσκοςστεφανίτης
στεφανίωνστεφανο-πλοκέω
στεφανο-πλοκίαστεφανο-πλόκος
στεφανο-ποιόςστεφανό-πωλις
στεφανο-πωλήτριαστεφανο-πώλης
στεφανο-φορέωστεφανοπλόκιον
στέφανοςστεφανοφορία
στεφανόωστεφάνωμα
στεφανωματικόςστεφάνωσις
στεφανωτικόςστεφανωτίς
στεφανωτρίςστεφανωτής
στεφη-πλόκοςστεφη-φορέω
στεφη-φορίαστεφη-φόρος
στέφοςστέφω
στέψιςστηθιαῖος
στηθίαςστηθίδιον
στηθικόςστηθίνιον
στηθίονστηθο-δέσμη
στηθο-δέσμιονστηθο-δεσμίς
στηθό-δεσμονστηθο-ειδής
στηθο-μελήςστῆθος
στηθύνιονστηθήνιον
στηλ-ουργόςστηλίδιον
στηλίςστηλίτευσις
στηλῑτευτκόςστηλῑτεύω
στηλίτηςστηλο-γραφέω
στηλο-γραφίαστηλο-ειδή
στηλο-κοπέωστηλο-κόπης
στηλόωστηλήτης
στῆμαστημον-ώδης
στημονάριονστημονητικός
στημονίαςστημονίζομαι
στημόνιονστημόνιος
στημονο-νητικόςστημονο-φυής
στημοῤ-ῥαγέωστηνίον
στηνιῶσαιστῆρ
στηριγμόςστῆριγξ
στηρίζωστησί-χορος
στητ-ώδηςστῖ
στῑ-ώδηςστία
στῑάζωστιβαδεύω
στιβάδιονστιβαδο-κοιτέω
στιβαδο-ποιέωστιβάζω
στιβαρόςστιβαρότης
στιβάςστιβεία
στιβεύςστιβευτής
στιβεύωστιβέω
στίβηστίβι
στιβίαστιβιάω
στιβίζωστίβος
στίβωστῑβήεις
στιγεύςστίγμα
στιγμαῖοςστιγματη-φορέω
στιγματη-φόροςστιγματίας
στιγματίζωστιγματο-φόρος
στιγμιαῖοςστιγμός
στιγμήστίγων
στίζωστιιο-χωρής
στικτέοςστικτό-πους
στικτό-χροοςστικτός
στίλβηστιλβηδόν
στιλβηδώνστιλβο-ποιέω
στιλβόςστιλβότης
στιλβόωστίλβω
στίλβωμαστίλβων
στίλβωσιςστίλβωτρον
στιλβωτήςστίλη
στιλπνόςστιλπνότης
στιλπνόωστιλπνωτικός
στίλπωνστίλψις
στίμμιστιμμίζω
στίμμιςστίμμισμα
στίξστῖξις
στῖονστιπτός
στῖφοςστιφρός
στιφρότηςστιφρόω
στιχ-αοιδόςστιχ-ῳδός
στιχάριονστιχάς
στιχάωστίχες
στίχηστιχηδόν
στιχηρόςστιχίδιον
στιχίζωστίχινος
στίχιονστιχίς
στιχισμόςστιχιστής
στιχο υργέωστιχο ύργημα
στιχο υργίαστιχο υργός
στιχο-γράφοςστιχο-λογέω
στιχο-λογίαστιχο-μῡθέω
στιχο-μῡθίαστιχο-πλοκέω
στιχο-ποιόςστιχο-ποιΐα
στιχόςστίχος
στιχήρηςστλεγγίδιον
στλεγγιδο-λήκυθοςστλεγγιδο-ποιός
στλεγγίζωστλεγγίον
στλεγγίςστλέγγισμα
στλέγγιστρονστλεγγο-ποιός
στλέγγοςστοά
στοβάζωστόβασμα
στοβέωστόβος
στοιάστοιβάζω
στοιβασίαστοιβάσιμος
στοιβασμόςστοιβαστής
στοιβέωστοιβο-ειδής
στοιβήστοιχ-ηγορέω
στοιχ-ώδηςστοιχαδικός
στοιχαδίτηςστοιχάριον
στοιχάςστοιχει-ώδης
στοιχειακόςστοιχειᾱταί
στοιχεῖονστοιχειόω
στοιχείωμαστοιχειωματικός
στοιχείωσιςστοιχειωτικός
στοιχειωτήςστοιχέω
στοιχηδίςστοιχηδόν
στοίχημαστοιχίζω
στοιχισμόςστοιχο-μῡθέω
στοῖχοςστολ-αγωγός
στολ-άρχηςστολ-αρχία
στόλ-αρχοςστολάς
στολιδ-ώδηςστολίδιον
στολιδόωστολίδωμα
στολιδωτόςστολίζω
στόλιονστολίς
στόλισμαστολισμός
στολιστήριονστολιστής
στολμόςστολο-δρομέω
στόλοςστολή
στομ-αλγέωστομ-αλγία
στόμ-αλγοςστομ-αλγής
στομ-αργέωστομ-αργία
στόμ-αργοςστομ-αυλέω
στομ-ώδηςστόμα
στομα-κάκηστομα-λίμνη
στομά-λιμνονστομαλίζομαι
στοματικόςστοματο υργός
στομαχικόςστόμαχος
στομβάζωστόμβος
στομίαςστόμιον
στόμιςστομίς
στομο-δόκοςστομο-κάκη
στόμοςστομόω
στομύλλωστομφάζω
στόμφαξστομφασμός
στομφαστικόςστόμφος
στόμωμαστόμωσις
στομωτήρστομωτής
στομήρηςστοναχέω
στοναχίζωστόναχος
στοναχήστονόεις
στόνοςστόνυξ
στονυχ-ώδηςστοργέω
στοργήστορέννῡμι
στορεύςστόρθη
στόρθυγξστόρνη
στόρνῡμιστορύνη
στορχάζωστουθο-κέφαλος
στοχάζομαιστοχάς
στόχασιςστόχασμα
στοχασμόςστοχαστικός
στοχαστήςστόχος
στοΐδιονστραβαλο-κόμας
στραβαλο-κομάωστράβαλος
στράβηστράβηλος
στραβίζωστραβισμός
στραβόςστραβών
στραγγ-ουρίαστραγγ-ουριάω
στραγγ-ουρικόςστραγγαλάω
στραγγάληστραγγαλι-ώδης
στραγγαλιάστραγγαλιάω
στραγγαλίζωστραγγάλιον
στραγγαλίςστραγγαλισμός
στραγγαλόωστραγγαλωτός
στραγγείαστραγγεῖον
στράγγευμαστραγγεύω
στραγγίαστραγγίας
στραγγίζωστραγγίς
στραγγόςστράγγω
στράγξστραγός
στράπτωστρατ-αρχέω
στρατ-άρχηςστρατ-αρχία
στράτ-αρχοςστρατ-ηγεῖον
στρατ-ηγέτηςστρατ-ηγέω
στρατ-ηγητικόςστρατ-ηγία
στρατ-ηγόςστρατ-ηλασία
στρατ-ηλατέωστρατ-ηλάτης
στρατ-ήγημαστρατ-ήλατον
στρατάομαιστρατεία
στρατεία [2]στράτευμα
στρατευματικόςστρατευσείω
στρατεύσιμοςστράτευσις
στρατευτικόςστρατεύω
στρατηγιάωστρατηγικός
στρατηγίςστρατι-άρχης
στρατί-αρχοςστρατιά
στράτιοςστρατιωτικός
στρατιῶτιςστρατιώτης
στρατο υργίαστρατο-βάτης
στρατο-κήρυξστρατο-λογέω
στρατο-λογίαστρατο-λόγος
στρατό-μαντιςστρατο-πέδευμα
στρατο-πέδευσιςστρατό-πεδον
στρατό-πλωτοςστρατο-φύλαξ
στρατοπεδ-άρχηςστρατοπεδ-αρχία
στρατοπεδείαστρατοπεδευτικός
στρατοπεδεύωστρατός
στρατόωστρατύλλαξ
στρατωνίδηςστρατήγιον
στρέβλευμαστρέβλη
στρεβλο-κάρδιοςστρεβλό-κερως
στρεβλό-πουςστρεβλό-χειλος
στρεβλόῤ-ῥῑνστρεβλός
στρεβλότηςστρεβλόω
στρέβλωσιςστρεβλωτήριον
στρεβλωτήριοςστρεβλωτής
στρέμμαστρέπτ
στρεπτίκιος άρτοςστρεπτικός
στρεπτίνδαστρεπτό-λυτον
στρεπτο-φόροςστρεπτός
στρεπτήρστρευγεδών
στρεύγομαιστρεφε-δῑνέω
στρέφοςστρέφος [2]
στρεφόωστρέφω
στρέφωσιςστρεψ-αύχην
στρεψί-μαλλοςστρεψί-μελος
στρέψιςστρεψο-δικέω
στρεψο-δικο-παν-ουργίαστρεψο-δῑνέω
στρηνιάωστρηνό-φωνος
στρηνόςστρῆνος
στρηνύζωστρηνύομαι
στρηνήςστριβιλικίγξ
στρίβοςστριγμός
στρίγξστριφνός
στρίφνοςστροβά-νῑκος
στροβανίσκοςστροβελο-βλέφαρος
στροβελόςστροβεύς
στροβέωστροβητός
στροβῑλ-ώδηςστροβῑλέα
στροβῑλέωστροβῑλεών
στροβίληστροβῑλίζω
στροβίλινοςστροβίλιον
στροβῑλίτηςστροβιλο-βλέφαρος
στροβῑλο-ειδήςστροβῑλο-κομάω
στρόβῑλοςστροβῑλός
στροβῑλόωστρόβος
στρογγυλαίνωστρογγύλευμα
στρογγυλεύωστρογγυλίζω
στρογγύλλωστρόγγυλμα
στρογγυλό-γλυφοςστρογγυλο-δίνητος
στρογγυλο-ειδήςστρογγυλό-καυλος
στρογγυλό-λοβοςστρογγυλο-ναύτης
στρογγυλό-πλευροςστρογγυλο-πρός-ωπος
στρογγύλοςστρογγυλότης
στρογγυλόωστρογγύλωμα
στρογγύλωσιςστροιβάω
στροιβόςστρομβ-ώδης
στρομβεῖονστρομβέω
στρομβηδόνστρομβίον
στρομβο ειδήςστρόμβος
στρομβόωστρουθάριον
στρούθειοςστρουθίζω
στρουθίονστρούθιος
στρουθίωνστρουθο-κάμηλος
στρουθό-πουςστρουθο-φάγος
στρουθόςστρουθωτός
στροφ-ώδηςστροφαῖος
στροφάλιγξστροφαλίζω
στρόφαλοςστροφάς
στροφάωστροφεῖον
στροφεύςστροφέω
στροφιγγο-ειδήςστρόφιγξ
στροφικόςστρόφιον
στρόφιςστροφίς
στροφο-δῑνέωστροφόομαι
στρόφοςστρόφωμα
στροφωμάτιονστροφή
στρύζωστρυνύζω
στρυφνόςστρυφνότης
στρυφνόωστρύχνη
στρύχνοςστρῶμα
στρωματεύςστρωματίζω
στρωμάτιονστρωματίτης
στρωματό-δεσμονστρωματό-δεσμος
στρωματο-θήκηστρωματο-φύλαξ
στρωμνήστρῶσις
στρωτηρίδιονστρωτός
στρωτήρστρωφάω
στρώννῡμιστρώτης
στυγ-άνωρστυγανός
στύγαξστυγερ-ωπός
στυγερ-ώπηςστυγερός
στυγερότηςστυγέω
στύγημαστυγητός
στύγιοςστυγνάζω
στυγναλέοςστυγνο-ποιός
στυγνό-χροοςστυγνός
στυγνότηςστυγνόω
στυγο-δέμνιοςστυγό-δεμνος
στύγοςστῡλίς
στῡλίσκοςστῡλίτης
στῡλο-βάτηςστῡλο-γλύφος
στῡλο-ειδήςστῡλο-πινάκιον
στῦλοςστῡλόω
στῦμαστῦμα [2]
στῦμμαστυμνός
στύξστυπάζω
στύπαξστῡπειο-πώλης
στῡπεῖονστύπειος
στύπηστύπινος
στῡπιο-ποιόςστῡπιο-πώλης
στυπο-γλύφοςστύπος
στύππαξστυππεῖον
στύππειοςστύππη
στύππιονστυπτηρι-ώδης
στυπτηρίαστυπτικός
στυπτήριοςστυρακίζω
στυράκινοςστυράκιον
στύραξστύραξ [2]
στύραξ [3]στυρβάζω
στῦσιςστῡτικός
στῡφεδανόςστυφελ-ώδης
στυφελιγμόςστυφελίζω
στυφελισμόςστυφελός
στυφλόςστυφνός
στυφο-κόμποςστυφο-κόπος
στυφόειςστυφός
στυφότηςστυφρός
στύφωστῦψις
στῡωστωά
στῶαξστῴδιον
στωϊκόςστωμυλεύω
στωμυλέωστωμύληθρος
στωμυλίαστωμυλιο-ωυλ-λεκτάδης
στωμυλλάομαιστωμύλλω
στωμύλοςστωμυλήθρης
στωΐςστήδην
στήληστήμνιος
στήμωνστήνια
στήριγμαστήσιος
στήτηστώμυλμα
σύσυ-άγρειος
συ-αγρεσίασυ-αγρευτής
σύ-αγροςσύ-αγχος
συ-βόσιονσυ-βωτέω
συ-βωτικόςσυ-βώτης
συ-βώτριασυ-ζάω
συ-ζεύγνυμισύ-ζευξις
συ-ζέωσυ-ζητέω
συ-ζητητήςσυ-ζοφόω
συ-ζυγέωσυ-ζυγία
συ-ζύγιοςσυ-ζυγίτης
σύ-ζυγοςσυ-ζυγής
συ-ζῡμόωσύ-ζυξ
σύ-ζωμασυ-ζωο-ποιέω
συ-ζήτησιςσυ-ζώννῡμι
ςὐ-κρίνειασυ-σβέννῡμι
συ-σκάπτωσυ-σκεδάννῡμι
συ-σκέλλωσύ-σκεμμα
συ-σκεπάζωσυ-σκέπτομαι
συ-σκευάζωσυ-σκευασία
συ-σκευαστήςσυ-σκευο-φορέω
συ-σκευωρέομαισυ-σκευή
συ-σκηνάωσυ-σκηνία
σύ-σκηνοςσυ-σκηνόω
συ-σκηνήτριασυ-σκιάζω
συ-σκίασιςσυ-σκίασμα
συ-σκιασμόςσύ-σκιος
συ-σκιρτάωσυ-σκοπέω
συ-σκοτάζωσυ-σκυθρωπάζω
συ-σκυλόωσυ-σκήνιον
συ-σμηρίζωσυ-σπαράσσω
σύ-σπασιςσύ-σπαστος
συ-σπάωσυ-σπειράω
συ-σπείρωσυ-σπένδω
συ-σπεύδωσυ-σπλαγχνεύω
συ-σποδόωσύ-σπονδος
συ-σπουδάζωσυ-σπουδαστικός
συ-στάδηνσυ-σταδόν
συ-σταθεύωσυ-σταθμέομαι
συ-σταθμίασύ-σταθμος
συ-σταλτικόςσυ-σταμνίζω
συ-στάςσυ-στασιάζω
συ-στασιαστήςσύ-στασις
συ-στασιώτηςσυ-στατικός
συ-σταυρόωσυ-στεγάζω
συ-στεγνόωσυ-στείχω
συ-στέλλωσυ-στενάζω
συ-στενο-χωρέωσύ-στενος
συ-στένωσυ-στεφανη-φορέω
συ-στεφανόωσύ-στημα
συ-στηματικόςσυ-στοιχέω
συ-στοιχίασύ-στοιχος
συ-στολέωσυ-στολίζω
συ-στολήσύ-στομος
συ-στομόωσυ-στοναχέω
συ-στορέννῡμισυ-στοχάζομαι
συ-στρατείασυ-στρατεύω
συ-στρατηγέωσυ-στράτηγος
συ-στρατιῶτιςσυ-στρατιώτης
συ-στρατοπεδεύομαισύ-στρεμμα
συ-στρεμματ-ἀρχηςσυ-στρεμμάτιον
συ-στρεπτικόςσυ-στρέφω
συ-στρογγυλίζωσυ-στρογγύλλω
συ-στροφίασύ-στροφος
συ-στροφήσυ-στυγνάζω
σύ-στῡλοςσυ-στύφω
συ-σφάζωσυ-σφαιρίζω
συ-σφαιριστήςσυ-σφαιρόω
συ-σφάλλωσυ-σφάττω
συ-σφηκόωσυ-σφηνόω
συ-σφίγγωσύ-σφιγκτος
συ-σφιγκτήρσύ-σφιγμα
σύ-σφιγξιςσυ-σφρᾱγίζω
συ-σχετήριονσυ-σχηματίζω
συ-σχηματισμόςσυ-σχολάζω
συ-σχολαστήςσύ-σχολος
συ-φόρβιονσυ-φορβός
συ-ώδηςσυαγρ-ώδης
συάγριοςσυαγρίς
συαγώνσύαινα
συᾱνίασῡαξ
συάςσυβαλής
σύβαξσυβαρίζω
σύβαριςσυβάς
συβότηςσύβρα
συβριάζωσυβριακός
συβριασμόςσυβήνη
συγ-γάλακτοςσύγ-γαμβρος
συγ-γαμέωσυγ-γαμία
σύγ-γαμοςσυγ-γανύσκομαι
συγ-γείτωνσυγ-γελάω
συγ-γενεᾱ-λογέωσυγ-γένεια
συγ-γενέτειρασυγ-γενέτης
συγ-γενέτιςσυγ-γένησις
συγ-γενικόςσυγ-γενίς
συγ-γεννάωσυγ-γεννήτωρ
συγ-γενήςσυγ-γενήτωρ
συγ-γεύομαισυγ-γεωργέω
συγ-γεωργόςσυγ-γηθέω
συγ-γηράσκωσυγ-γηράω
σύγ-γηροισυγ-γίγνομαι
συγ-γιγνώσκωσύγ-γνοια
συγ-γνωμονέωσυγ-γνωμονικός
συγ-γνωμοσύνησύγ-γνωσις
συγ-γνωστόςσυγ-γνώμη
συγ-γνώμωνσυγ-γογγυλίζω
συγ-γομφόωσυγ-γονεύς
σύγ-γονοςσύγ-γραμμα
συγ-γραμμάτιονσυγ-γραμματο-φύλαξ
συγ-γραφεύςσυγ-γραφία
συγ-γραφικόςσύγ-γραφος
συγ-γράφωσυγ-γραφή
συγ-γυμνάζωσυγ-γυμνασία
συγ-γυμναστήςσυγ-καθ-αγίζω
συγ-καθ-αιρέωσυγ-καθ-αρμόζω
συγ-κάθ-εδροςσυγ-καθ-έζομαι
συγ-καθ-είμαρμαισυγ-καθ-είργω
συγ-καθ-ελκύωσυγ-καθ-έλκω
συγ-κάθ-εσιςσυγ-καθ-εύδησις
συγ-καθ-εύδωσυγ-καθ-έψω
συγ-κάθ-ημαισυγ-καθ-ιδρύω
συγ-καθ-ιερόωσυγ-καθ-ίζω
συγ-καθ-ίημισυγ-καθ-ίστημι
συγ-καθ-ορμίζωσυγ-καθ-οσιόω
συγ-καθ-υφαίνωσυγ-καθαρεύω
σύγ-καιροςσυγ-καίω
συγ-κακο υργέωσυγ-κακο ύργημα
συγ-κακο υργίασυγ-κακο υχέομαι
συγ-κακο-παθέωσυγ-κακόω
συγ-κακύνωσυγ-καλέω
συγ-καλινδέομαισυγ-καλλυμμός
συγ-καλλύνωσυγ-κάλυμμα
συγ-καλυπτέοςσυγ-καλυπτός
συγ-καλύπτωσυγ-κάλυψις
συγ-κάμνωσυγ-καμπτός
συγ-κάμπτωσυγ-καμπή
σύγ-καμψιςσυγ-κανη-φορέω
συγ-καπηλεύομαισυγ-καρκῑνόομαι
συγ-κασιγνήτησύγ-κασις
συγ-κατ-άγωσυγ-κατ-αίθω
συγ-κατ-αίνεσιςσυγ-κατ-αινέω
συγ-κάτ-αινοςσυγ-κατ-αιρέω
συγ-κατ-αίρωσυγ-κατ-αιτιάομαι
συγ-κατ-ακολουθέωσυγ-κατ-αλλάσσω
συγ-κατ-αριθμέωσυγ-κατ-άρχω
συγ-κάτ-ειμισυγ-κατ-είργω
συγ-κατ-εξ-αν-ίστημισυγ-κατ-επείγω
συγ-κατ-εργάζομαισυγ-κατ-έρχομαι
συγ-κατ-εσθίωσυγ-κατ-εύχομαι
συγ-κατ-έχωσυγ-κατ-ηγορέω
συγ-κατ-ηγόρημασυγ-κατ-ηγορηματικός
συγ-κατ-ηγόρησιςσυγ-κάτ-ημαι
συγ-κατ-ηρεφήςσυγ-κατ-οικέω
συγ-κατ-οικίζωσυγ-κατ-οικτίζω
συγ-κατ-ολισθαίνωσυγ-κατ-ορθόω
συγ-κατ-ορύσσωσυγ-κατα-βαίνω
συγ-κατα-βάλλωσυγ-κατά-βασις
συγ-κατα-βατικόςσυγ-κατα-βιβάζω
συγ-κατα-βιόωσυγ-κατα-γηράσκω
συγ-κατα-γηράωσυγ-κατα-γιγνώσκω
συγ-κατα-γομφόωσυγ-κατα-γράφω
συγ-κατα-γήρασιςσυγ-κατα-δαρθάνω
συγ-κατα-δικάζωσυγ-κατα-διώκω
συγ-κατα-δουλόωσυγ-κατα-δύνω
συγ-κατα-δύομαισυγ-κατά-δυσις
συγ-κατα-ζάωσυγ-κατα-ζεύγνῡμι
συγ-κατα-θάπτωσυγ-κατά-θεσις
συγ-κατα-θετικόςσυγ-κατα-θέω
συγ-κατα-θλάωσυγ-κατα-θνήσκω
συγ-κατα-καίνωσυγ-κατα-καίω
συγ-κατα-καλύπτωσυγ-κατά-κειμαι
συγ-κατα-κλάωσυγ-κατα-κλείω
συγ-κατα-κληρονομέωσυγ-κατα-κλίνω
συγ-κατά-κλισιςσυγ-κατα-κοιμάω
συγ-κατα-κομίζωσυγ-κατα-κόπτω
συγ-κατα-κοσμέωσυγ-κατα-κόσμησις
συγ-κατα-κρημνίζωσυγ-κατα-κτάομαι
συγ-κατα-κτείνωσυγ-κατα-κυλίω
συγ-κατα-λαμβάνωσυγ-κατα-λέγω
συγ-κατα-λείπωσυγ-κατα-λογίζομαι
συγ-κατα-λύωσυγ-κατα-μαρτυρέω
συγ-κατα-μίγνῡμισυγ-κατα-μύω
συγ-κατα-ναυ-μαχέωσυγ-κατα-νέμω
συγ-κατα-νευσί-φαγοςσυγ-κατα-νεύω
συγ-κατα-πατέωσυγ-κατα-παύω
συγ-κατα-πίμπλημισυγ-κατα-πίπτω
συγ-κατα-πλέκωσυγ-κατα-πολεμέω
συγ-κατα-ποντόωσυγ-κατα-πράσσω
συγ-κατα-σβέννῡμισυγ-κατα-σκάπτω
συγ-κατα-σκεδάζωσυγ-κατα-σκεδάννῡμι
συγ-κατα-σκευάζωσυγ-κατα-σκηνόω
συγ-κατα-σκήπτωσυγ-κατα-σπάω
συγ-κατα-σπείρωσυγ-κατα-στασιάζω
συγ-κατά-στασιςσυγ-κατα-στρέφω
συγ-κατα-σχηματίζωσυγ-κατα-σήπω
συγ-κατα-τάσσωσυγ-κατα-τείνω
συγ-κατα-τίθημισυγ-κατα-τρέχω
συγ-κατα-τρίβωσυγ-κατα-τρώγω
συγ-κατα-τήκωσυγ-κατα-φαγεῖν
συγ-κατα-φέρωσυγ-κατα-φεύγω
συγ-κατα-φθείρωσυγ-κατα-φλέγω
συγ-κατα-φονεύωσυγ-κατα-φρονέω
συγ-κατά-φυρτοςσυγ-κατα-χράομαι
συγ-κατα-χώννῡμισυγ-κατα-ψεύδομαι
συγ-κατα-ψηφίζομαισυγ-καταῤ-ῥέω
συγ-καταῤ-ῥίπτωσυγ-κάττῡσις
συγ-καττύωσύγ-καυσις
σύγ-κειμαισυγ-κειμένως
συγ-κεκρᾱμένωςσυγ-κεκροτημένως
συγ-κελεύωσυγ-κέλλω
συγ-κενόωσυγ-κεντέω
συγ-κεράννῡμισυγ-κέρασμα
συγ-κερασμόςσυγ-κεραστός
συγ-κερατίζομαισυγ-κεραυνόω
συγ-κερκίζωσυγ-κεφαλαιόω
συγ-κεφαλαίωμασυγ-κεφαλαίωσις
συγ-κεφαλαιωτικόςσυγ-κεχυμένως
συγ-κηδεστήςσυγ-κινδῡνεύω
συγ-κῑνέωσυγ-κίνημα
συγ-κίνησιςσυγ-κιρνάω
συγ-κλάζωσυγ-κλαίω
σύγ-κλασιςσυγ-κλασμός
συγ-κλάωσυγ-κλάω [2]
σύγ-κλεισιςσύγ-κλεισμα
συγ-κλεισμόςσυγ-κλειστός
συγ-κλείωσυγ-κλέπτης
συγ-κλέπτωσυγ-κληρία
συγ-κληρονομέωσυγ-κληρονόμος
σύγ-κληροςσυγ-κληρόω
σύγ-κλῃσιςσυγ-κλητικός
σύγ-κλητοςσυγ-κλῄω
συγ-κληΐζωσυγ-κλινίαι
σύγ-κλινοςσυγ-κλίνω
συγ-κλινήςσύγ-κλισις
συγ-κλίτηςσυγ-κλονέω
συγ-κλόνησιςσυγ-κλυδάζομαι
συγ-κλυδωνίζομαισυγ-κλύζω
σύγ-κλυςσύγ-κλυσμα
συγ-κλυσμόςσυγ-κλύω
σύγ-κλωσιςσυγ-κλήρωσις
συγ-κλώθωσυγ-κνισσόω
συγ-κοιλαίνωσυγ-κοιμάομαι
συγ-κοίμημασυγ-κοίμησις
συγ-κοιμητήρσυγ-κοιμητής
συγ-κοινο-λογέομαισυγ-κοινόομαι
σύγ-κοινοςσυγ-κοινωνέω
συγ-κοινωνόςσυγ-κοιτάδιος
συγ-κοίτιονσύγ-κοιτις
σύγ-κοιτοςσυγ-κολάζω
συγ-κολλάωσυγ-κόλλησις
συγ-κολλητήςσύγ-κολλος
συγ-κολυμβάωσυγ-κομιδή
συγ-κομίζωσυγ-κομιστός
συγ-κομιστήρσυγ-κομιστήριος
συγ-κονιόομαισυγ-κοπιάω
σύγ-κοποςσυγ-κοπτικός
σύγ-κοπτοςσυγ-κόπτω
συγ-κοπήσυγ-κορδυλέω
συγ-κορδυλίζωσυγ-κορυβαντιάω
συγ-κόρυφοςσυγ-κορυφόω
συγ-κορύφωσιςσυγ-κοσμέω
συγ-κοτταβίζωσυγ-κουφίζω
συγ-κραδαίνωσύγ-κρᾱμα
συγ-κρᾱματικόςσύγ-κρᾱσις
συγ-κρατέωσύγ-κρᾱτος
συγ-κρατύνωσυγ-κρέκω
συγ-κρημνίζωσυγ-κρητίζω
συγ-κρητισμόςσύγ-κριμα
συγ-κριμάτιονσυγ-κρίνω
σύγ-κρισιςσυγ-κριτικός
σύγ-κριτοςσυγ-κροτέω
συγ-κρότημασυγ-κρότησις
σύγ-κροτοςσυγ-κροτούσιος
σύγ-κρουμασυγ-κρούσιος
σύγ-κρουσιςσυγ-κρουσμός
συγ-κρουστόςσυγ-κρούω
συγ-κρύπτωσύγ-κρυψις
συγ-κτάομαισυγ-κτερεΐζω
συγ-κτησείδιονσυγ-κτησίδιον
σύγ-κτησιςσυγ-κτίζω
σύγ-κτισιςσυγ-κτίστης
συγ-κτυπέωσυγ-κτήτωρ
συγ-κυβευτήςσυγ-κυβεύω
συγ-κυκάωσυγ-κυκλέω
συγ-κυκλόωσυγ-κύκλωψ
συγ-κυλινδέομαισυγ-κυλίω
συγ-κυν-ηγετέωσυγ-κυν-ηγέτης
συγ-κυν-ηγέωσυγ-κυν-ηγός
συγ-κύπτηςσυγ-κύπτω
συγ-κυρέωσυγ-κύρημα
συγ-κύρησιςσυγ-κυρία
συγ-κυρκανάωσυγ-κῡρόω
σύγ-κυρσιςσυγ-κωθωνίζομαι
σύγ-κωλοςσυγ-κωμ-ῳδέω
συγ-κωμάζωσύγ-κωμος
συγ-ξαίνωσυγ-ξενιτεύω
συγ-ξέωσυγ-ξηραίνω
συγ-ξύωσυγ-χάζομαι
συγ-χαίρωσυγ-χαλάω
συγ-χαλκεύωσυγ-χαρητικός
συγ-χαρίζομαισυγ-χαρτικός
συγ-χειλίαισυγ-χειμάζω
συγ-χειρίζωσυγ-χειρο υργέω
συγ-χειροπονέωσυγ-χέω
συγ-χιλί-αρχοςσυγ-χόνδρωσις
συγ-χορδίασύγ-χορδος
συγ-χορεύτριασυγ-χορευτής
συγ-χορεύωσυγ-χορηγέω
συγ-χορηγόςσύγ-χορος
σύγ-χορτοςσυγ-χόω
συγ-χράομαισύγ-χρησις
συγ-χρηστηριάζομαισυγ-χρίμπτω
σύγ-χρισμασυγ-χρίω
συγ-χρονέωσυγ-χρονίζω
συγ-χρονισμόςσύγ-χρονος
σύγ-χροοςσύγ-χρως
συγ-χρωτίζωσυγ-χρώζω
συγ-χύνωσύγ-χυσις
συγ-χυτικόςσύγ-χωμα
συγ-χωνεύωσυγ-χωρέω
συγ-χωρητικόςσυγ-χωρία
σύγ-χωροςσύγ-χωσμα
συγ-χώννῡμισυγ-χώρημα
συγ-χώρησιςσύγε
συγκατ-ευθύνωσυγκατα-πρήθω
συγκατα-σκάπτηςσυγκηδεύω
συγχίςσύδην
σύειοςσυη-βόλος
συη-πωρόωσυῆλαι
συηνέωσυηνία
συηνόςσῡκ-ηγορία
σῡκ-ουρόςσῡκ-ωρέω
σῡκ-ωρόςσῡκ-ώδης
σῡκάζωσῡκαλίς
συκαμῑν-ώδηςσῡκαμῑνέα
σῡκάμῑνονσῡκάμῑνος
σῡκάριονσῡκάς
σῡκάσιοςσῡκάστρια
σῡκαστήςσῡκέα
σῡκῆσῡκία
σῡκίδιονσῡκίζω
σῡκινό-φυλλονσύκινος
σῡκίονσῡκίς
σῡκίτηςσῡκο-βασίλεια
σῡκό-βιοςσῡκο-λογέω
σῡκο-λόγοςσῡκο-μάμας
σῡκο-μορίασῡκο-μορίτης
σῡκό-μορονσῡκό-μορος
σῡκο-πέδῑλοςσῡκό-πρωκτος
σῡκο-σπαδίαςσῡκο-σπάς
σῡκο-τραγέωσῡκο-τραγίδης
σῡκο-τράγοςσῡκο-τρώκτης
σῡκο-φαντ-ώδηςσῡκο-φαντέω
σῡκο-φάντημασῡκο-φάντης
σῡκο-φαντίασῡκο-φαντίας
σῡκο-φαντικόςσῡκο-φάντρια
σῡκό-φασιςσῡκο-φορεῖον
σῡκο-φορέωσῡκο-φόρος
σῡκό-φυλλονσῦκον
σῡκόωσυκχίς
σῡκωμασῡκωσις
σῡκωτόςσῡκών
σῡλ-αγωγέωσυλ-λαβίζω
συλ-λαβικόςσυλ-λαβο-μαχέω
συλ-λαβο-πευσι-λαβητήςσύλ-λαβος
συλ-λαβήσυλ-λαγνεύω
συλ-λαγχάνωσυλ-λαλέω
συλ-λαμβάνωσυλ-λάμπω
σύλ-λαμψιςσυλ-λανθάνω
συλ-λατρεύωσυλ-λαφύσσω
συλ-λεαίνωσυλ-λέγω
συλ-λείβωσυλ-λειόω
συλ-λειτουργέωσυλ-λειτουργός
σύλ-λεκτοςσύλ-λεκτρος
σύλ-λεξιςσύλ-ληξις
συλ-ληπτέοςσυλ-ληπτικός
συλ-ληπτόςσυλ-ληπτήρ
συλ-ληρέωσυλ-λῃστεύω
συλ-λῄστηςσυλ-λῄστρια
συλ-λῃστήρσύλ-ληψις
συλ-λιάζομαισυλ-λιπαίνω
συλ-λογεύςσυλ-λογευτικός
συλ-λογίζωσυλ-λογιμαῖος
συλ-λογισμόςσυλ-λογιστικός
συλ-λογιστήςσύλ-λογος
συλ-λογήσυλ-λοιδορέω
συλ-λούωσυλ-λοχία
συλ-λοχίζωσυλ-λοχισμός
συλ-λοχίτηςσυλ-λῡπέω
σύλ-λυσιςσυλ-λυσσάω
συλ-λύωσυλ-λήβδην
συλ-λήπτειρασυλ-λήπτρια
συλ-λήπτωρσῡλ-όνυξ
σύλασῡλάω
σῡλεύωσῡλέω
σῡλησύλημα
σύλησιςσῡλητήρ
συλλάνιοςσυλλήγω
σῡλο-λωπίασῦλον
σῡλήσιοςσῡλήτειρα
σῡλήτηςσῡλήτρια
σῡλήτωρσυμ-βάδην
συμ-βαδίζωσυμ-βαίνω
συμ-βακχεύωσυμ-βάκχη
σύμ-βακχοςσυμ-βάλλω
σύμ-βαμασυμ-βαπτίζω
συμ-βαρβαρίζωσυμ-βαρύνω
συμ-βασείωσυμ-βασιλεύς
συμ-βασιλεύωσύμ-βασις
συμ-βαστάζωσυμ-βατεύω
συμ-βατικόςσυμ-βατόν
συμ-βατήριοςσυμ-βεβαιόω
συμ-βεβηκότωςσυμ-βεβηλόω
συμ-βελήςσυμ-βιάζω
συμ-βιβάζωσυμ-βίβασις
συμ-βιβασμόςσυμ-βιβαστικός
συμ-βιβαστήςσύμ-βιος
συμ-βιοτεύωσυμ-βίοτος
συμ-βιόωσυμ-βίωσις
συμ-βιωτόςσυμ-βιωτής
συμ-βλάπτωσυμ-βλαστάνω
συμ-βλαστήςσύμ-βλημα
σύμ-βλησιςσυμ-βλητέος
συμ-βλητόςσυμ-βλύζω
συμ-βλήδηνσυμ-βλής
συμ-βοάωσυμ-βοηθέω
συμ-βοηθόςσυμ-βολαιο-γράφος
συμ-βόλαιονσυμ-βόλαιος
συμ-βολᾱτεύωσυμ-βολεύς
συμ-βολεύωσυμ-βολέω
συμ-βόλησιςσυμ-βολικός
συμ-βολιμαῖοςσυμ-βολο-κοπέω
συμ-βολο-κόποςσύμ-βολον
σύμ-βολοςσυμ-βόσκω
συμ-βότηςσύμ-βοτος
συμ-βούλευμασυμ-βούλευσις
συμ-βουλευτέοςσυμ-βουλευτικός
συμ-βουλευτήςσυμ-βουλεύω
συμ-βουλίασυμ-βούλιον
συμ-βούλομαισύμ-βουλος
συμ-βουλήσυμ-βοήθεια
συμ-βραβεύωσυμ-βράζω
συμ-βράσσωσυμ-βρέμω
συμ-βρύκωσυμ-βύω
σύμ-βωμοςσυμ-μαθητιάω
συμ-μαθητήςσυμ-μαίνομαι
συμ-μαλάσσωσυμ-μανθάνω
συμ-μάρπτωσυμ-μάρτυρ
συμ-μαρτυρέωσυμ-μάρτυρος
συμ-μαστῑγόωσυμ-μαχέομαι
συμ-μαχέωσυμ-μαχία
συμ-μαχικόςσυμ-μαχίς
συμ-μάχομαισύμ-μαχος
συμ-μεθ-αρμόζωσυμ-μεθ-ελκύω
συμ-μέθ-εξιςσυμ-μεθ-έπω
συμ-μεθ-ίστημισυμ-μεθύσκομαι
συμ-μεθύωσυμ-μειόω
συμ-μειρακι-ώδηςσυμ-μελαίνω
συμ-μελαν-ειμονέωσυμ-μελετάω
συμ-μελήςσυμ-μεμετρημένως
συμ-μένωσυμ-μερίζω
συμ-μερίστριασυμ-μεριστής
συμ-μεσ-ουρανέωσυμ-μεσ-ουράνησις
συμ-μεσ-ουράνιοςσυμ-μετ-αίτιος
συμ-μετ-έρχομαισυμ-μετ-έχω
συμ-μετ-εωρίζωσυμ-μετ-εωρο-πολέω
συμ-μετ-ίσχωσυμ-μετ-οικέω
συμ-μετ-οικίζωσυμ-μέτ-οχος
συμ-μετα-βαίνωσυμ-μετα-βάλλω
συμ-μετα-δίδωμισυμ-μετα-κῑνέω
συμ-μετα-κοσμέωσυμ-μετα-λαμβάνω
συμ-μετα-πίπτωσυμ-μετα-ποιέω
συμ-μετα-σχηματίζωσυμ-μετα-τίθημι
συμ-μετα-φέρωσυμ-μετα-χειρίζομαι
συμ-μετρέωσυμ-μέτρησις
συμ-μετρητήςσυμ-μετρία
συμ-μετριάζωσύμ-μετρος
συμ-μετρότηςσυμ-μηκίζω
συμ-μηνίασύμ-μηρος
συμ-μηρύομαισυμ-μητιάομαι
συμ-μηχανάομαισυμ-μιαίνω
σύμ-μιγασυμ-μίγδην
συμ-μιγίασύμ-μιγμα
συμ-μίγνῡμισυμ-μιγής
συμ-μικτόςσυμ-μῑμέομαι
συμ-μῑμητήςσυμ-μιμνήσκομαι
συμ-μινύθωσύμ-μιξις
συμ-μίσγωσυμ-μῑσέω
συμ-μῑσο-πονηρέωσυμ-μνημόνευσις
συμ-μνημονεύωσυμ-μογέω
συμ-μοιράωσύμ-μολπος
συμ-μολύνωσυμ-μον-αρχέω
συμ-μονόομαισυμ-μονή
συμ-μορι-άρχηςσυμ-μορία
συμ-μορίτηςσύμ-μορος
συμ-μορφίζωσύμ-μορφος
συμ-μορφόωσυμ-μορφή
συμ-μοχθέωσυμ-μυέω
συμ-μυο-λόγοςσύμ-μυσις
συμ-μύστηςσυμ-μύω
συμ-μήρῡσιςσυμ-μήστωρ
συμ-παγίασυμ-παγής
συμ-πάθειασυμ-παθέω
συμ-πάθησιςσυμ-παθητιάω
συμ-παθίασυμ-παθής
συμ-παιᾱνίζωσυμ-παίγμων
συμ-παιδ-αγωγέωσυμ-παιδεύω
συμ-παίζωσυμ-παίκτης
συμ-παίκτριασυμ-παίκτωρ
συμ-παικτήρσυμ-παίστρια
συμ-παίστωρσυμ-παιστής
συμ-παίωσυμ-παιωνίζω
συμ-παλαίωσυμ-παλαμάομαι
σύμ-πανσυμ-παν-ηγυρίζω
συμ-παν-ηγυρισταίσυμ-παν-ουργέω
συμ-παρ-αγγέλλωσυμ-παρ-άγω
συμ-παρ-αινέωσυμ-παρ-ακολουθέω
συμ-παρ-ανᾱλίσκωσυμ-παρ-απ-όλλῡμι
συμ-παρ-εδρεύωσυμ-πάρ-ειμι
συμ-πάρ-ειμι [2]συμ-παρ-εις-έρχομαι
συμ-παρ-εις-φθείρομαισυμ-παρ-έκ-τασις
συμ-παρ-εκ-τείνωσυμ-παρ-εμ-φέρω
συμ-παρ-έπομαισυμ-παρ-έχω
συμ-παρ-ιππεύωσυμ-παρ-ίπταμαι
συμ-παρ-ίστημισυμ-πάρ-οικος
συμ-παρ-οίχομαισυμ-παρ-ολισθαίνω
συμ-παρ-ομαρτέωσυμ-παρ-οξύνω
συμ-παρ-ορμάωσυμ-παρ-οτρύνω
συμ-παρ-ήκωσυμ-παρα-βαδίζω
συμ-παρα-βάλλωσυμ-παρα-βύω
συμ-παρα-γίγνομαισυμ-παρα-δηλόω
συμ-παρα-δίδωμισυμ-παρα-δύω
συμ-παρα-θέωσυμ-παρα-καθ-έζομαι
συμ-παρα-καθ-ίζωσυμ-παρα-καλέω
συμ-παρα-κατα-κλίνωσυμ-παρά-κειμαι
συμ-παρα-κελεύομαισυμ-παρα-κομίζω
συμ-παρα-κύπτωσυμ-παρα-λαμβάνω
συμ-παρα-μένωσυμ-παρα-μίγνῡμι
συμ-παρα-μίσγωσυμ-παρα-νεύω
συμ-παρα-νομέωσυμ-παρα-νήχομαι
συμ-παρα-πέμπωσυμ-παρα-πλέκω
συμ-παρα-πλέωσυμ-παρα-πληρωματικός
συμ-παρα-σκευάζωσυμ-παρα-σπονδέω
συμ-παρα-στατέωσυμ-παρα-στάτης
συμ-παρά-ταξιςσυμ-παρα-τάσσομαι
συμ-παρα-τείνωσυμ-παρα-τηρέω
συμ-παρα-τίθημισυμ-παρα-τρέφω
συμ-παρα-τρέχωσυμ-παρα-τροχάζω
συμ-παρα-τήρησιςσυμ-παρα-φέρω
συμ-παρα-φύομαισυμ-πάρθενος
σύμ-πᾱςσύμ-πᾱσα
σύμ-πασμασυμ-πάσσω
συμ-πάσχωσυμ-παταγέω
συμ-πατάσσωσυμ-πατέω
συμ-πατριώτηςσυμ-παχύνω
συμ-πεδάωσυμ-πείθω
σύμ-πειροςσυμ-πείρω
συμ-πέμπωσυμ-πενθέω
συμ-πένομαισύμ-πεντε
συμ-πεπλεγμένωςσυμ-πεπτικός
συμ-πέπτωσυμ-περαίνω
συμ-περαιόωσυμ-περαίωσις
συμ-πέρασμασυμ-περασματικός
συμ-περασμόςσυμ-περαστικός
συμ-πέρθωσυμ-περι-άγω
συμ-περι-αγωγόςσυμ-περι-αιρέω
συμ-περι-βομβέωσυμ-περι-γίγνομαι
συμ-περι-γράφωσυμ-περι-δῑνέω
συμ-περί-ειμισυμ-περι-έρχομαι
συμ-περι-έχωσυμ-περι-ζώννῡμι
συμ-περι-θέωσυμ-περι-κλείω
συμ-περι-λαμβάνωσυμ-περι-νοέω
συμ-περι-νοστέωσυμ-περι-οδεύω
συμ-περι-πατέωσυμ-περι-πλέκω
συμ-περι-πλέωσυμ-περι-πλοκή
συμ-περι-ποιέωσυμ-περι-πολέω
συμ-περι-σπάωσυμ-περι-στέλλω
συμ-περι-στρέφωσυμ-περι-τειχίζω
συμ-περι-τίθημισυμ-περι-τρέπω
συμ-περι-τρέχωσυμ-περι-τυγχάνω
συμ-περι-φαντάζομαισυμ-περι-φέρω
συμ-περι-φθείρομαισυμ-περι-φορά
συμ-περι-φράσσωσυμ-περι-ΐπταμαι
συμ-περονάωσυμ-πέσσω
συμ-πετάννῡμισυμ-πέτομαι
σύμ-πεψιςσυμ-πηδάω
σύμ-πηκτοςσύμ-πηξις
συμ-πιέζωσυμ-πίεσις
συμ-πιεσμόςσυμ-πῑλέω
συμ-πίλησιςσυμ-πῑλητικός
συμ-πῑλητήςσυμ-πῑλόω
συμ-πῑλωτικόςσυμ-πίνω
συμ-πιπράσκωσυμ-πίπτω
συμ-πιστεύωσυμ-πιστόομαι
συμ-πιτνέωσυμ-πλάζομαι
συμ-πλανάομαισύμ-πλανος
συμ-πλανήτηςσύμ-πλασις
συμ-πλάσσωσυμ-πλαταγέω
συμ-πλέγδηνσύμ-πλεγμα
συμ-πλείωνσυμ-πλέκτειρα
συμ-πλεκτικόςσύμ-πλεκτος
συμ-πλέκωσυμ-πλεκής
σύμ-πλεξιςσύμ-πλευρος
συμ-πλέωσύμ-πλεως
συμ-πληγάςσυμ-πληθύνω
συμ-πληθύωσύμ-πληξις
συμ-πληρόωσυμ-πληρωτικός
συμ-πλησιάζωσύμ-πλοια
συμ-πλοϊκόςσύμ-πλοκος
συμ-πλοκήσύμ-πλοος
συμ-πλήγδηνσυμ-πλήρης
συμ-πλήρωμασυμ-πλήρωσις
συμ-πλήσσωσυμ-πλώω
συμ-πνευσμόςσυμ-πνέω
συμ-πνίγωσυμ-πνιγής
σύμ-πνοιασύμ-πνοος
συμ-ποδ-ηγέωσυμ-ποδέω
συμ-ποδίζωσυμ-ποδο-δεσμέω
συμ-ποιέωσυμ-ποικίλλω
συμ-ποιμαίνομαισυμ-πολεμέω
συμ-πολεμίζωσυμ-πολίζω
συμ-πολιορκέωσυμ-πολῑτεία
συμ-πολῑτεύωσυμ-πολίτης
συμ-πολῖτιςσύμ-πολυς
συμ-πομπεύωσυμ-πονέω
συμ-πονηρεύομαισυμ-πορεύομαι
συμ-πορθέωσυμ-πορίζω
συμ-πορισμόςσυμ-πορνεύω
συμ-πορπάωσυμ-πορσύνω
συμ-ποσι-αρχέωσυμ-ποσι-άρχης
συμ-ποσι-αρχίασυμ-ποσί-αρχος
συμ-ποσίασυμ-ποσιάζω
συμ-ποσιακόςσυμ-ποσιαστής
συμ-πόσιονσυμ-πότης
συμ-ποτικόςσυμ-ποτίς
συμ-πότριασυμ-πραγματεύομαι
συμ-πράκτωρσυμ-πραξία
σύμ-πραξιςσυμ-πράσσω
συμ-πράτηςσυμ-πρέπω
συμ-πρεπήςσυμ-πρεσβευτής
συμ-πρεσβεύωσύμ-πρεσβυς
συμ-πρεσβύτεροςσυμ-πρίαμαι
συμ-πρίωσυμ-προ-άγω
συμ-προ-αύξομαισυμ-προ-γιγνώσκω
συμ-πρό-εδροςσυμ-πρό-ειμι
συμ-προ-έρχομαισυμ-προ-θῡμέομαι
συμ-προ-κόπτωσυμ-προ-κύπτω
συμ-προ-νομεύωσυμ-προ-ξενέω
συμ-προ-πέμπωσυμ-προ-πίπτω
συμ-προ-πορεύομαισυμ-προ-τρέπω
συμ-προ-φέρωσυμ-προ-φητεύω
συμ-προ-χέωσυμ-προ-χωρέω
συμ-προς-άγωσυμ-πρός-ειμι
συμ-πρός-ειμι [2]συμ-προς-έρχομαι
συμ-προς-έχωσυμ-προς-ίσχω
συμ-προς-κυνέωσυμ-προς-μίγνῡμι
συμ-προς-πίπτωσυμ-προς-πλέκω
συμ-προς-ψαύωσυμ-προτερέω
συμ-πρύτανιςσυμ-πρῶτα
συμ-πρήκτωρσυμ-πταίω
συμ-πτερόωσυμ-πτερύσσομαι
συμ-πτυκτικόςσύμ-πτυκτος
σύμ-πτυξιςσυμ-πτύσσω
σύμ-πτυστοςσυμ-πτωθέν
σύμ-πτωμασυμ-πτωματικός
συμ-πτωσίασύμ-πτωσις
σύμ-πτωχοςσυμ-πυκάζω
σύμ-πυκνοςσυμ-πυκνόω
συμ-πυνθάνομαισυμ-πυρόω
συμ-πωλέωσυμ-πήγνῡμι
συμ-πήδημασυμ-πήξ
συμ-πήσσωσυμ-φαγεῖν
συμ-φαίνομαισυμ-φαντάζομαι
συμ-φανήςσύμ-φασις
συμ-φέρονσυμ-φερόντως
συμ-φερτόςσυμ-φέρω
συμ-φεύγωσύμ-φημι
σύμ-φθαρσιςσυμ-φθέγγομαι
συμ-φθείρωσυμ-φθίνω
σύμ-φθογγοςσυμ-φιλέω
συμ-φιλίασυμ-φιλο-δοξέω
συμ-φιλο-καλέωσυμ-φιλο-λογέω
συμ-φιλο-μαθέωσυμ-φιλο-νεικέω
συμ-φιλο-σοφέωσυμ-φιλο-τῑμέομαι
συμ-φλάωσυμ-φλεγμαίνω
συμ-φλέγωσυμ-φλογίζω
συμ-φλυᾱρέωσυμ-φοβέω
συμ-φοιτάωσυμ-φοίτησις
συμ-φοιτητήςσυμ-φονεύω
συμ-φοράσυμ-φοράζω
συμ-φοραίνωσυμ-φορεύς
συμ-φορέωσυμ-φόρημα
συμ-φόρησιςσυμ-φορητός
σύμ-φοροςσυμ-φράδμων
συμ-φράζομαισύμ-φρασις
συμ-φράσσωσυμ-φρονέω
συμ-φρόνησιςσυμ-φρονίζω
συμ-φροντίζωσυμ-φροσύνη
σύμ-φρουροςσυμ-φρύγω
σύμ-φρωνσυμ-φυάς
συμ-φυγαδεύωσυμ-φυγάς
συμ-φύλαξσυμ-φυλάσσω
συμ-φῡλέτηςσύμ-φῡλος
συμ-φῡράωσυμ-φύρδην
συμ-φυρμόςσύμ-φυρσις
σύμ-φυρτοςσυμ-φύρω
συμ-φῡσάωσυμ-φυσιόω
σύμ-φυσιςσυμ-φυτεύω
συμ-φυτικόςσύμ-φυτον
σύμ-φυτοςσυμ-φύω
συμ-φυήσυμ-φυής
συμ-φυΐασυμ-φωνέω
συμ-φωνίασύμ-φωνος
συμ-φωνούντωςσυμ-φωτίζω
συμ-φήτωρσυμ-φώνησις
σύμ-ψαλμασύμ-ψαυσις
συμ-ψαύωσυμ-ψάω
συμ-ψελλίζωσυμ-ψελλισμός
συμ-ψεύδομαισυμ-ψηφίζω
συμ-ψηφιστήςσύμ-ψηφος
συμ-ψιθυρίζωσυμ-ψοφέω
συμ-ψυχέωσυμ-ψυχία
σύμ-ψυχοςσυμ-ψῡχω
συμ-ψήχωσυμβολή
σύμπανσυμπόλλη
σύμπολυσύμπους
σύνσυν-α-δηλέομαι
συν-α-δικέωσυν-α-δοξέω
συν-α-θετέωσυν-α-κατα-ληπτέομαι
συν-α-κολασταίνωσυν-α-νοηταίνω
συν-α-πορέωσυν-α-σεβέω
συν-α-σοφέωσυν-α-σχημονέω
συν-α-σχολέωσυν-α-τῑμάζω
συν-α-τῑμόωσυν-α-τυχέω
συν-α-τυχήςσυν-α-φανίζω
συν-αγάλλομαισυν-αγανακτέω
συν-αγανάκτησιςσυν-αγγέλλω
συν-άγγελοςσυν-αγγία
συν-αγείρωσυν-αγελάζω
συν-αγελασμόςσυν-αγελαστικός
συν-αγένητοςσυν-αγερμός
συν-άγκειασυν-αγλαΐζω
σύν-αγμασυν-αγνοέω
συν-άγνυμισυν-αγοράζω
συν-αγόρευσιςσυν-αγορεύω
συν-αγρ-αυλέωσυν-αγρ-υπνέω
συν-αγρεύωσυν-αγρίς
συν-άγρυπνοςσυν-αγρώσσω
συν-αγυρμόςσυν-άγυρτος
συν-άγχησυν-αγχικός
συν-άγωσυν-αγωγεύς
συν-αγωγίασυν-αγωγός
συν-αγωγήσυν-αγωνιάω
συν-αγωνίζομαισυν-αγωνιστής
συν-αγώγιμοςσυν-αγώγιον
συν-αγώνισμασυν-άδελφος
συν-ᾴδωσυν-άεθλος
συν-αείδωσυν-αείρω
συν-αέξωσυν-αθλέω
σύν-αθλοςσυν-αθροίζω
συν-άθροισιςσυν-άθροισμα
συν-αθροισμόςσυν-αθύρω
συν-αιθριάζωσυν-αιθύσσω
συν-αικλείασύν-αιμος
συν-αίμωνσυν-αίνεσις
συν-αινέτηςσυν-αινέω
σύν-αινοςσυν-αίνυμαι
συν-αίρεμασυν-αίρεσις
συν-αιρεσιώτησσυν-αιρέω
συν-αίρωσυν-αισθάνομαι
συν-αίσθησιςσυν-αισχύνω
συν-αιτίασυν-αιτιάομαι
συν-αίτιονσυν-αίτιος
συν-αιχ μάζωσυν-αιχ μαλωτίζω
συν-αιχμαλωτίςσυν-αιχμάλωτος
συν-αιωρέωσυν-αιώρησις
συν-ακμάζωσυν-ακολουθέω
συν-ακόλουθοςσυν-ακοντίζω
συν-άκοοςσυν-ακούω
συν-ακρᾱτίζομαισυν-ακροάομαι
συν-ακτέοςσυν-ακτικός
συν-ακτήρσυν-ακτήριον
συν-αλάλαγμασυν-αλαλάζω
συν-αλάομαισυν-αλγέω
συν-αλγηδώνσυν-αλγύνω
συν-αλδήςσυν-αλεαίνω
συν-αλέγωσυν-αλειπτικός
συν-αλείφωσυν-αλέω
συν-αληθεύωσυν-αλητεύω
συν-αλθαίνωσυν-αλθάσσω
συν-αλθέωσυν-ᾱλιάζω
συν-ᾱλίζωσυν-αλίσκομαι
συν-άλλαγμασυν-αλλαγματικός
συν-αλλαγήσυν-αλλακτικός
συν-αλλακτήςσυν-άλλαξις
συν-αλλάσσωσυν-αλλοιόω
συν-άλλομαισύν-αλμα
σύν-αλμοςσυν-αλοάω
συν-αλοιφήσύν-αλος
συν-αλύωσυν-αλωνιάζω
συν-αλήθωσύν-αμα
συν-αμαθύνωσυν-αμάομαι
συν-αμαρτάνωσυν-αμιλλάομαι
σύν-αμμασυν-αμπ-έχω
συν-αμπ-ίσχωσυν-αμπρεύω
συν-αμύνωσυν-αμφι-βάλλω
συν-αμφιάζωσυν-αμφότερος
συν-άμφωσυν-αν-άγω
συν-αν-αίρεσιςσυν-αν-αιρέω
συν-αν-αρχαιρεσιάζωσυν-άν-αρχος
συν-άν-ειμισυν-αν-είργω
συν-αν-ελκύωσυν-αν-έλκω
συν-αν-έρχομαισυν-αν-έχω
συν-αν-ηβάωσυν-αν-ίημι
συν-αν-ίπταμαισυν-αν-ίστημι
συν-αν-ίσχωσυν-αν-ιχνεύω
συν-αν-οίγνῡμισυν-αν-οιμώζω
συν-αν-ορθόωσυν-ανα-βαίνω
συν-ανα-βλαστάνωσυν-ανα-βοάω
συν-ανα-βόσκομαισυν-ανα-γιγνώσκω
συν-ανά-γνωσιςσυν-ανα-γράφω
συν-ανα-γυμνόωσυν-ανα-δείκνῡμι
συν-ανα-δέχομαισυν-ανα-δίδωμι
συν-ανα-δίπλωσιςσυν-ανα-ζεύγνῡμι
συν-ανα-ζέωσυν-ανα-ζητέω
συν-ανα-θρηνέωσυν-ανα-θυμιάομαι
συν-ανα-κάμπτωσυν-ανά-κειμαι
συν-ανα-κεράννῡμισυν-ανα-κεφαλαιόω
συν-ανα-κῑνέωσυν-ανα-κίρνημι
συν-ανα-κλίνομαισυν-ανα-κοινο-λογέομαι
συν-ανα-κομίζωσυν-ανα-κυκλέω
συν-ανα-κυν-ηγετέωσυν-ανα-κύπτω
συν-ανα-λαμβάνωσυν-ανα-μέλπω
συν-ανα-μίγνῡμισυν-ανα-μιμνήσκω
συν-ανά-μιξιςσυν-ανα-μνάομαι
συν-ανα-πάλλομαισυν-ανα-παύομαι
συν-ανα-πείθωσυν-ανα-πέμπω
συν-ανα-πηδάωσυν-ανα-πίμπλημι
συν-ανα-πίπτωσυν-ανα-πλάσσω
συν-ανα-πλέκωσυν-ανα-πληρόω
συν-ανα-πράσσωσυν-ανα-πτύω
συν-ανα-σκάπτωσυν-ανα-σκευάζω
συν-ανα-σκευήσυν-ανα-σπάω
συν-ανα-στομόομαισυν-ανα-στρέφω
συν-ανα-στροφήσυν-ανα-σώζω
συν-ανα-τέλλωσυν-ανα-τίθημι
συν-ανα-τολήσυν-ανα-τρέφω
συν-ανα-τρέχωσυν-ανα-τρίβω
συν-ανα-τήκωσυν-ανα-φαίνω
συν-ανα-φέρωσυν-ανα-φθέγγομαι
συν-ανα-φλέγωσυν-ανα-φορά
συν-ανα-φύρωσυν-ανα-φύω
συν-ανα-χέωσυν-ανα-χορεύω
συν-ανα-χρέμπτομαισυν-ανά-χρωσις
συν-ανα-χρώννυμισυν-ανα-χωρέω
συν-αναγκάζωσυν-αναγκασμός
συν-ανᾱλίσκωσυν-αναῤ-ῥιπτέω
συν-αναῤ-ῥίπτωσυν-ανάσσω
συν-ανδάνωσυν-ανδρ-αγαθέω
συν-ανδρόομαισυν-ανθέω
συν-ανθρωπεύωσυν-ανθρωπέω
συν-ανθρωπίζωσυν-ανθρωπιστικός
συν-ανιάωσυν-αντ-αγωνίζομαι
συν-αντάωσυν-άντημα
συν-άντησιςσυν-αντι-βάλλω
συν-αντι-λαμβάνομαισυν-αντιάζω
συν-αντλέωσυν-άντομαι
συν-ανύτωσυν-ανύω
συν-αξιόωσύν-αξις
συν-αοιδίασυν-αοιδός
συν-ᾱορέωσυν-άορος
συν-απ-άγωσυν-απ-αθανατίζω
συν-απ-αίρωσυν-απ-αντάω
συν-απ-αρτίζωσυν-απ-αρτισμός
συν-απ-αυγάζομαισυν-άπ-ειμι
συν-άπ-ειμι [2]συν-απ-εῖπον
συν-απ-ελαύνωσυν-απ-ελαφρύνω
συν-απ-ελεύθεροςσυν-απ-εργάζομαι
συν-απ-ερείδωσυν-απ-έρχομαι
συν-απ-ερῶσυν-απ-ευθύνω
συν-απ-εχθάνομαισυν-απ-ίσταμαι
συν-απ-οδύρομαισυν-απ-οικέω
συν-απ-οικίζωσυν-απ-οίχομαι
συν-απ-όλλῡμισυν-απ-ωθέω
συν-άπᾱςσυν-απατάω
συν-απειλέωσυν-απλόω
συν-απο-βαίνωσυν-απο-βάλλω
συν-απο-βιάζομαισυν-απο-γράφομαι
συν-απο-γυμνόωσυν-απο-δείκνῡμι
συν-απο-δημέωσυν-από-δημος
συν-απο-διδράσκωσυν-απο-δίδωμι
συν-απο-δοκιμάζωσυν-απο-δύω
συν-απο-θνήσκωσυν-απο-καθαίρω
συν-απο-κάμνωσυν-απο-κατά-στασις
συν-από-κειμαισυν-απο-κείρω
συν-απο-κινδῡνεύωσυν-απο-κλείω
συν-απο-κλίνωσυν-απο-κλύζω
συν-απο-κομίζωσυν-απο-κόπτω
συν-απο-κρίνομαισυν-απο-κτείνω
συν-απο-κτίννῡμισυν-απο-λαμβάνω
συν-απο-λάμπωσυν-απο-λαύω
συν-απο-λείπωσυν-απο-λογέομαι
συν-απο-λύωσυν-απο-λήγω
συν-απο-μαλάσσωσυν-απο-μαραίνω
συν-απο-νεύωσυν-απο-νοέομαι
συν-απο-ξύωσυν-απο-πέμπω
συν-απο-πλέωσυν-απο-σβέννῡμι
συν-απο-σεμνύνωσυν-απο-σπάω
συν-απο-στάζωσυν-απο-στάτης
συν-απο-στέλλωσυν-απο-στερέω
συν-απο-τελέωσυν-απο-τερματίζω
συν-απο-τίθημισυν-απο-τίκτω
συν-απο-τίλλωσυν-απο-τρέπω
συν-απο-τρέχωσυν-απο-τροχάζω
συν-απο-φαίνομαισυν-από-φασις
συν-απο-φέρωσυν-από-φημι
συν-απο-φθίνωσυν-απο-χράομαι
συν-απο-χωρέωσυν-αποῤ-ῥέω
συν-αποῤ-ῥίπτωσυν-αποῤ-ῥήγνῡμι
συν-απτικόςσυν-απτός
συν-άπτωσυν-αράσσω
συν-αρέσκωσυν-αρθμέω
συν-αρθμίζωσυν-άρθμιος
συν-αρθμόωσύν-αρθρος
συν-αρθρόωσυν-άρθρωσις
συν-αριθμέωσυν-αρίθμησις
συν-άριθμοςσυν-αριστἀω
συν-αριστεύωσυν-άριστος
συν-αρκέομαισυν-αρμογή
συν-αρμόζωσυν-αρμολογέω
συν-αρμονιάωσύν-αρμος
συν-αρμοστέοςσυν-αρμοστέω
συν-αρμοστίασυν-αρμοστικός
συν-αρμοστήςσυν-αρμοττόντως
συν-αρμόττωσυν-αρπαγή
συν-αρπάζωσυν-αῤῥωστέω
σύν-αρσιςσυν-αρτάω
συν-άρτησιςσυν-αρτίζω
συν-αρτύνωσυν-αρτύω
συν-αρχ-αιρεσιάζωσυν-αρχία
σύν-αρχοςσυν-άρχω
συν-άρωσυν-αρωγός
συν-αρήγωσυν-ασκέω
συν-άσκησιςσυν-ασμενίζω
συν-ασμενισμόςσυν-ασπάζομαι
συν-ασπιδόωσυν-ασπίζω
συν-ασπισμόςσυν-ασπιστής
συν-ασταχύωσυν-αστραγαλίζω
συν-αστράπτωσυν-αστρία
συν-ασχαλάωσυν-ασχάλλω
συν-ατενίζωσυν-ατμίζω
συν-αυαίνωσυν-αυγασμός
συν-αύγειασυν-αυδάω
συν-αυλέωσυν-αυλία
συν-αυλιασμόςσυν-αυλίζω
συν-αυλισμόςσύν-αυλος
σύν-αυλος [2]συν-αυξάνω
συν-αύξησιςσυν-αύξω
συν-αφ-αιρέωσυν-άφ-εσις
συν-αφ-ίημισυν-αφ-ικνέομαι
συν-αφ-ίστημισυν-αφ-ορίζω
συν-άφειασυν-αφή
συν-αφήςσυν-άχθομαι
συν-άχνυμαισύν-αψις
συν-ᾱΐγδηνσυν-αΐδιος
συν-αΐσσωσυν-δαίνυμαι
συν-δαιταλεύςσύν-δαιτις
συν-δαίτωρσυν-δαίω
συν-δάκνωσυν-δακρύω
συν-δαμάωσυν-δάμνημι
συν-δανείζομαισυν-δαπανάω
συν-δαΐζωσυν-δεδεμένως
συν-δείδωσυν-δειπνέω
συν-δείπνιονσύν-δειπνον
σύν-δειπνοςσυν-δεκάζω
συν-δεκατεύωσύν-δενδρος
συν-δέομαισύν-δερμος
σύν-δεσιςσυν-δεσμεύω
συν-δεσμέωσυν-δεσμικός
συν-δέσμιοςσυν-δεσμο-ειδής
σύν-δεσμοςσυν-δεσμώτης
συν-δεσποτείασυν-δέτης
συν-δετικόςσύν-δετος
συν-δεύωσυν-δέω
σύν-δηλοςσυν-δηλόω
συν-δημ-αγωγέωσυν-δημι-ουργέω
συν-δημι-ουργόςσυν-δημότης
συν-δι-α-πορέωσυν-δι-άγω
συν-δι-αγωγήσυν-δι-αιρέω
συν-δι-αιωνίζωσυν-δι-αλλαγή
συν-δι-αλλάσσωσυν-δι-αμαρτάνω
συν-δι-αρθρόωσυν-δι-αρκέω
συν-δι-εκ-κύπτωσυν-δι-εκ-πίπτω
συν-δι-ελαύνωσυν-δι-έξ-ειμι
συν-δι-εξ-ίημισυν-δι-ερευνάω
συν-δι-έρχομαισυν-δι-ηθέω
συν-δι-ημέρευσιςσυν-δι-ημερεύω
συν-δι-οικέωσυν-δι-όλλυμι
συν-δι-οράωσυν-δι-ορθόω
συν-δι-ορίζωσυν-δι-υλίζω
συν-δια-βαίνωσυν-δια-βάλλω
συν-δια-βαπτίζομαισυν-δια-βαστάζω
συν-δια-βιβάζωσυν-δια-γίγνομαι
συν-δια-γιγνώσκωσυν-δια-γράφω
συν-δια-δίδωμισυν-δια-ζάω
συν-δια-θερμαίνωσυν-διά-θεσις
συν-δια-θέωσυν-δια-καίω
συν-δια-κινδῡνεύωσυν-δια-κομίζω
συν-δια-κόπτωσυν-δια-κοσμέω
συν-δια-κρίνωσυν-δια-κυβερνάω
συν-δια-λαμβάνωσυν-δια-λέγομαι
συν-διά-ληψιςσυν-δια-λῡμαίνομαι
συν-δια-λύωσυν-δια-μάχομαι
συν-δια-μένωσυν-δια-μνημονεύω
συν-δια-νέμωσυν-δια-νεύω
συν-δια-νοέομαισυν-δια-νυκτερεύω
συν-δια-νήχομαισυν-δια-περαίν ω
συν-δια-περαιόωσυν-δια-πέτομαι
συν-δια-πλέκωσυν-δια-πλέω
συν-δια-πνέωσυν-δια-πολεμέω
συν-δια-πονέωσυν-δια-πράσσω
συν-δια-σκέπτομαισυν-δια-σκοπέω
συν-δια-στρέφωσυν-δια-σχίζω
συν-δια-σώζωσυν-δια-ταλαιπωρέω
συν-δια-ταράσσωσυν-δια-τείνω
συν-δια-τελέωσυν-δια-τηρέω
συν-δια-τίθημισυν-δια-τρέπω
συν-δια-τρέφωσυν-δια-τρῑβω
συν-δια-τριβήσυν-δια-φέρω
συν-δια-φεύγωσυν-δια-φθείρω
συν-δια-φορέωσυν-δια-φυλάσσω
συν-δια-χειμάζωσυν-δια-χειρίζω
συν-δια-χέωσυν-διαιτάομαι
συν-διαίτησιςσυν-διαιτητής
συν-δίαιτοςσυν-διᾱκονος
συν-διάκτοροςσυν-διαῤ-ῥέω
συν-διαῤ-ῥήγνῡμισυν-διδάσκω
συν-δίδωμισυν-δικάζω
συν-δικασίασυν-δικαστής
συν-δικέωσυν-δίκη
συν-δικίασύν-δικος
συν-δισκεύωσυν-διψάω
συν-διωκομένωςσυν-δίωξις
συν-διώκωσυν-δοιάζω
συν-δοιασμόςσυν-δοκέω
συν-δοκιμάζωσυν-δολο-πλοκέω
συν-δονέωσυν-δοξάζω
συν-δοξο-λογέωσύν-δορπος
συν-δορυ-φόροςσύν-δοσις
συν-δοτήρσυν-δουλ-αγωγέω
συν-δουλείασυν-δουλεύω
συν-δούλησύν-δουλος
συν-δράσσωσυν-δράω
συν-δρηστήρσυν-δρομάς
σύν-δρομοςσυν-δρομή
συν-δρήστειρασυν-δυάζω
συν-δυαίνωσυν-δυάς
συν-δυασμόςσυν-δυαστικός
συν-δυναστεύωσύν-δυο
συν-δυς-τυχέωσυν-δυς-τυχής
συν-δώδεκασυν-εαρίζω
συν-εγ-γράφωσυν-εγ-καλέω
συν-εγ-κλείωσυν-εγ-κλίνω
συν-εγγίζωσυν-εγγισμός
συν-εγγυάωσύν-εγγυς
συν-εγείρωσυν-έδρα
συν-εδρείασυν-εδρευτής
συν-εδρεύωσυν-εδρία
συν-εδριάζωσυν-εδριακός
συν-εδριάομαισυν-έδριον
σύν-εδροςσυν-εείκοσι
συν-εεργάθωσυν-εέργω
συν-εζευγμένωςσυν-εθέλω
συν-εθίζωσυν-εθισμός
συν-είδησιςσυν-είδω
συν-εικάζωσυν-είκοσι
συν-είκωσυν-ειλαπινάζω
συν-ειλέωσυν-είλησις
συν-ειλίσσωσυν-είλκω
συν-ειμαρμένασύν-ειμι
σύν-ειμι [2]συν-εῖπον
συν-ειργάθωσυν-είργνῡμι
συν-είργωσυν-είρηκα
συν-ειρμόςσυν-είρω
συν-εις-άγωσυν-είς-ακτος
συν-εις-βαίνωσυν-εις-βάλλω
συν-εις-βολήσυν-εις-δύνω
συν-εις-δύομαισυν-είς-ειμι
συν-εις-ελαύνωσυν-εις-έρχομαι
συν-εις-ευ-πορέωσυν-εις-ηγέομαι
συν-εις-θρώσκωσυν-εις-κατ-οικέω
συν-εις-κομίζωσυν-εις-κρίνω
συν-εις-πέμπωσυν-εις-πηδάω
συν-εις-πίπτωσυν-εις-πλέω
συν-εις-ποιέωσυν-εις-πορεύομαι
συν-εις-πράσσωσυν-εις-ρέω
συν-εις-τρέχωσυν-εις-φέρω
συν-εις-φοράσυν-εις-φορέω
συν-εις-φρέωσυν-εκ-βαίνω
συν-εκ-βάλλωσυν-εκ-βιβάζω
συν-εκ-βοάωσυν-εκ-βοηθέω
συν-εκ-βράσσωσυν-εκ-δέχομαι
συν-εκ-δημέωσυν-εκ-δημία
συν-έκ-δημοςσυν-εκ-δίδωμι
συν-εκ-δοχικόςσυν-εκ-δοχή
συν-εκ-δρομικῶςσυν-εκ-δρομή
συν-εκ-δύνωσυν-εκ-δύω
συν-εκ-θειάζωσυν-εκ-θερμαίνω
συν-εκ-θέωσυν-εκ-θηλύνω
συν-εκ-θλῑβωσυν-εκ-θνήσκω
συν-εκ-καί-δεκασυν-εκ-καίω
συν-εκ-καλέωσυν-έκ-κειμαι
συν-εκ-κενόωσυν-εκ-κεντέω
συν-εκ-κλέπτωσυν-εκ-κλησιάζω
συν-εκ-κλῑνωσυν-εκ-κλύζω
συν-εκ-κολυμβάωσυν-εκ-κομίζω
συν-εκ-κόπτωσυν-εκ-κρῑνω
συν-εκ-κρούωσυν-εκ-λαλέω
συν-εκ-λάμπωσυν-εκ-λαόω
συν-εκ-λεαίνωσυν-εκ-λέγω
συν-εκ-λείπωσυν-εκ-λεκτός
συν-εκ-λύωσυν-εκ-μαχέω
συν-εκ-μοχλεύωσυν-εκ-νήχομαι
συν-εκ-πέμπωσυν-εκ-πεπαίνω
συν-εκ-πέπτωσυν-εκ-περάω
συν-εκ-πέσσωσυν-εκ-πιέζω
συν-εκ-πικραίνωσυν-εκ-πίμπρημι
συν-εκ-πινωσυν-εκ-πίπτω
συν-εκ-πλέωσυν-εκ-πληρόω
συν-εκ-πλήσσωσυν-εκ-πλώω
συν-εκ-πνέωσυν-εκ-ποιέομαι
συν-εκ-πολεμέωσυν-εκ-πολεμόω
συν-εκ-πονέωσυν-εκ-πορεύομαι
συν-εκ-πορίζωσυν-εκ-ποτέος
συν-εκ-πράσσωσυν-εκ-πυρόω
συν-εκ-ρέωσυν-εκ-ροφέω
συν-εκ-στρατεύωσυν-εκ-σώζω
συν-εκ-ταπεινόωσυν-εκ-ταράσσω
συν-εκ-τάσσωσυν-εκ-τείνω
συν-εκ-τελέωσυν-εκ-τέμνω
συν-εκ-τίθημισυν-εκ-τιθηνεύω
συν-εκ-τίκτωσυν-εκ-τίνῡμι
συν-εκ-τίνωσυν-εκ-τραχηλίζομαι
συν-εκ-τραχύνωσυν-εκ-τρέφω
συν-εκ-τρέχωσυν-εκ-τρῑβω
συν-έκ-τροφοςσυν-εκ-φαίνω
συν-εκ-φέρωσυν-εκ-φεύγω
συν-εκ-φλεγμαίνωσυν-εκ-φορά
συν-εκ-φορέωσυν-εκ-φωνέω
συν-εκ-φωτιζωσυν-εκ-φώνησις
συν-εκ-χέωσυν-εκ-χῡμόω
συν-εκτέοςσυν-εκτικός
συν-ελαττόωσυν-ελαύνω
συν-ελαφρίζωσυν-ελέγχω
συν-ελεῖνσυν-ελευθερόω
συν-έλευσιςσυν-ελευστικός
συν-έλιξιςσυν-ελίσσω
συν-ελκύωσυν-έλκω
συν-εμ-βαίνωσυν-εμ-βάλλω
συν-εμ-βολήσυν-εμ-πάσσω
συν-εμ-πίπρημισυν-εμ-πίπτω
συν-εμ-πλέκωσυν-εμ-πνέω
συν-έμ-πτωσιςσυν-εμ-φαίνω
συν-έμ-φασιςσυν-εμ-φέρω
συν-έμποροςσυν-εν-αντίον
συν-εν-δείκνυμαισυν-εν-δίδωμι
συν-έν-δοσιςσυν-εν-δύω
συν-εν-θουσιάζωσυν-εν-θουσιάω
συν-εν-νοέωσυν-έν-τασις
συν-εν-τάσσωσυν-ενείκομαι
συν-ενόωσυν-εξ-άγω
συν-εξ-αιθερόωσυν-εξ-αιθριάζω
συν-εξ-αιρέωσυν-εξ-αίρω
συν-εξ-ακολουθέωσυν-εξ-ακοντίζω
συν-εξ-ακούωσυν-εξ-αλείφω
συν-εξ-αλλάττωσυν-εξ-άλλομαι
συν-εξ-αμαρτάνωσυν-εξ-αμείβω
συν-εξ-αμιλλάομαισυν-εξ-αν-ίστημι
συν-εξ-ανα-πληρόωσυν-εξ-ανᾱλίσκω
συν-εξ-ανθέωσυν-εξ-αντλέω
συν-εξ-ανύτωσυν-εξ-ανύω
συν-εξ-απατάωσυν-εξ-απο-στέλλω
συν-εξ-άπτωσυν-εξ-αριθμέω
συν-εξ-αρκέωσυν-εξ-άρχω
συν-εξ-ατμίζωσυν-εξ-ατονέω
συν-εξ-αυαίνωσυν-εξ-εγείρω
συν-έξ-ειμισυν-εξ-ελαύνω
συν-εξ-ελεύθεροςσυν-εξ-ελίσσω
συν-εξ-ελκύωσυν-εξ-εμέω
συν-εξ-ερεύθωσυν-εξ-ερευνάω
συν-εξ-ερύωσυν-εξ-έρχομαι
συν-εξ-ετάζωσυν-εξ-ευπορέω
συν-εξ-ευπορίζωσυν-εξ-ευρίσκω
συν-εξ-ηγέομαισυν-εξ-ημερόομαι
συν-εξ-ηχέωσυν-εξ-ιδρόω
συν-εξ-ικμάζωσυν-εξ-ισόω
συν-εξ-ίσταμαισυν-εξ-ιχνεύω
συν-εξ-οδεύωσυν-εξ-όζω
συν-εξ-οκέλλωσυν-εξ-ολισθαίνω
συν-εξ-ομοιόωσυν-εξ-ομοίωσις
συν-εξ-οπλίζωσυν-εξ-ορθιάζω
συν-εξ-ορίζωσυν-εξ-ορμάω
συν-εξ-ορούωσυν-εξ-ορύσσω
συν-εξ-ορχέομαισυν-εξ-οστρακίζω
συν-εξ-ουρέωσυν-εξ-υγραίνω
συν-εξ-ωθέωσυν-εξ-ωραΐζω
συν-έορσιςσυν-εορτάζω
συν-εορταστήςσυν-εοχμός
συν-επ-άγωσυν-επ-αγωνίζομαι
συν-επ-αείδωσυν-επ-αινέω
συν-έπ-αινοςσυν-επ-αίρω
συν-επ-αισθάνομαισυν-επ-αιτιάομαι
συν-επ-αιωρέομαισυν-επ-ακολουθέω
συν-επ-ακτήρσυν-επ-αλαλάζω
συν-επ-αμύνωσυν-επ-αν-ίστημι
συν-επ-αν-ορθόωσυν-επ-απ-ερείδω
συν-επ-άπτομαισυν-επ-αρήγω
συν-επ-ασκέωσυν-επ-αυξάνω
συν-επ-αφ-ίημισυν-επ-εγείρω
συν-έπ-ειμισυν-επ-είς-ειμι
συν-επ-εις-κυκλέωσυν-επ-εις-πίπτω
συν-επ-εις-φέρομαισυν-επ-εκ-πίνω
συν-επ-εκ-τείνωσυν-επ-εκ-φαίνομαι
συν-επ-ελαφρύνωσυν-επ-εμ-βαίνω
συν-επ-εμ-φαίνωσυν-επ-ερείδω
συν-επ-ερίζωσυν-επ-ευθύνω
συν-επ-ευφημέωσυν-επ-εύχομαι
συν-επ-ηχέωσυν-επ-ισχύω
συν-επ-οκέλλωσυν-επ-όμνῡμι
συν-επ-οτρύνωσυν-επ-ούλωσις
συν-επ-ουρίζωσυν-επ-ωάζω
συν-επ-ωθέωσυν-έπεια
συν-επείγωσυν-επι-βαίνω
συν-επι-βάλλωσυν-επι-βλάπτω
συν-επι-βουλεύωσυν-επι-γαυρόω
συν-επι-γνώμωνσυν-επι-γραφεύς
συν-επι-γράφωσυν-επι-δείκνῡμι
συν-επι-δέωσυν-επι-δημέω
συν-επι-δίδωμισυν-επι-δράσσομαι
συν-επι-ζεύγνυμισυν-επι-ζητέω
συν-επι-θειάζωσυν-επι-θεωρέω
συν-επι-θορυβέωσυν-επι-θρηνέω
συν-επί-θρυψιςσυν-επι-θρήνησις
συν-επι-θῡμέωσυν-επι-θῡμητής
συν-επι-θωΰσσωσυν-επι-θήγω
συν-επι-κάθ-ημαισυν-επί-κειμαι
συν-επι-κεράννῡμισυν-επι-κλάω
συν-επι-κοσμέωσυν-επι-κουρέω
συν-επι-κουφίζωσυν-επι-κραδαίνω
συν-επι-κρίνωσυν-επι-κροτέω
συν-επι-κρύπτωσυν-επι-κῡρόω
συν-επι-κωμάζωσυν-επι-λαμβάνομαι
συν-επι-λαμπρύνωσυν-επι-λέγομαι
συν-επι-λείπωσυν-επι-λογίζομαι
συν-επι-μαρτυρέωσυν-επι-μαρτύρησις
συν-επι-μειδιάωσυν-επι-μελέομαι
συν-επι-μελητήςσυν-επι-μερίζω
συν-επι-μετρέωσυν-επι-μίγνῡμι
συν-επι-νεύωσυν-επι-νοέω
συν-επι-νήχομαισυν-επι-ορκέω
συν-επι-πάσχωσυν-επι-πλέκω
συν-επι-πλέωσυν-επι-πονέω
συν-επι-σημαίνομαισυν-επι-σκέπτομαι
συν-επι-σκευάζωσυν-επι-σκοπέω
συν-επί-σκοποςσυν-επι-σκυθρωπάζω
συν-επι-σπάωσυν-επι-σπεύδω
συν-επί-στασιςσυν-επι-στατέω
συν-επι-στέλλωσυν-επι-στενάζω
συν-επι-στένωσυν-επι-στρατεύω
συν-επι-στρέφωσυν-επί-στροφος
συν-επι-σφάζωσυν-επί-τασις
συν-επι-ταχύνωσυν-επι-τείνω
συν-επι-τελέωσυν-επι-τέμνω
συν-επι-τίθημισυν-επι-τῑμάω
συν-επι-τρέπωσυν-επι-τρῑβω
συν-επί-τροποςσυν-επι-τροχάζω
συν-επι-τῡφόωσυν-επι-φαίνομαι
συν-επι-φάσκωσυν-επι-φέρω
συν-επι-φεύγωσυν-επί-φημι
συν-επι-φθέγγομαισυν-επι-φορτίζω
συν-επι-χειρέωσυν-επι-χειρο-νομέω
συν-επι-χωρέωσυν-επι-ψεύδομαι
συν-επι-ψηφίζωσυν-επιῤ-ῥέπω
συν-επιῤ-ῥέωσυν-επιῤ-ῥώννῡμι
συν-επίσταμαισυν-έπομαι
συν-επτυγμένωςσυν-ερανίζω
συν-ερανισμόςσυν-ερανιστής
συν-εραστήςσυν-εράω
συν-εράω [2]συν-εργάζομαι
συν-εργασίασυν-εργαστής
συν-εργάτηςσυν-εργατίνης
συν-εργάτιςσυν-έργεια
συν-έργειονσυν-εργέτης
συν-εργέωσυν-έργημα
συν-εργητικόςσυν-εργία
συν-έργιονσυν-εργο-λάβος
συν-εργο-πονέωσυν-εργός
συν-έργωσυν-εργήτης
συν-έρδωσυν-ερείδω
συν-ερείπωσυν-έρεισις
συν-ερειστικόςσυν-ερέσσω
συν-ερέτηςσυν-ερέω
συν-ερίζωσυν-έρῑθος
συν-ερκτικόςσύν-ερξις
συν-έρομαισυν-ερπύζω
συν-έρπωσυν-έρχομαι
συν-ερωτάωσυν-ερώτησις
συν-εσθίωσύν-εσις
συν-εσκευασμένωςσυν-εσκιασμένως
συν-εσταλμένωςσυν-εστέον
συν-εστηκότωςσυν-εστίᾱσις
συν-εστιάωσυν-εστίη
συν-έστιοςσυν-εστραμμένως
συν-εστώσυν-εταιρέω
συν-εταιρίςσυν-έταιρος
συν-ετέωσυν-έτης
συν-ετίζωσυν-ετός
συν-ευ-δαιμονέωσυν-ευ-δοκέω
συν-ευ-ημερέωσυν-ευ-κοσμέω
συν-ευ-νομέομαισυν-ευ-πάσχω
συν-ευ-πορέωσυν-ευ-σχημονέω
συν-ευ-τυχέωσυν-ευ-φημέω
συν-ευ-φράζομαισυν-ευ-φραίνομαι
συν-εύαδεσυν-ευαστήρ
συν-εύδωσυν-ευνάζω
συν-ευνάωσυν-ευνέτης
συν-ευνέτιςσυν-εύνιος
σύν-ευνοςσυν-ευρίσκω
συν-εύχομαισυν-ευωχέω
συν-εφ-άπτομαισυν-εφ-αρμόζω
συν-εφ-εδρεύωσυν-εφ-ελκύω
συν-εφ-έλκωσυν-εφ-έπομαι
συν-εφ-ηβεύωσυν-έφ-ηβος
συν-εφ-ιζάνωσυν-εφ-ιστάνω
συν-εφ-ίστημισυν-έχεια
συν-εχθαίρωσυν-εχθραίνω
συν-έχθωσυν-εχίζω
συν-έχωσυν-εχής
συν-εψέωσυν-εψιάω
συν-έψωσυν-ηβάω
συν-ηβολέωσυν-ηβολίη
σύν-ηβοςσυν-ηγεμονικός
συν-ηγέομαισυν-ηγορέω
συν-ηγόρημασυν-ηγορία
συν-ηγορικόςσυν-ηδύνω
συν-ηλικιώτηςσυν-ῆλιξ
συν-ηλόωσύν-ηλυς
συν-ηλυσίησυν-ημέρευσις
συν-ημερευτήςσυν-ημερεύω
συν-ημερόωσυν-ημμένως
συν-ημοσύνησυν-ηνι-οχέω
συν-ηπεροπεύωσυν-ηρετέω
συν-ηρέτηςσυν-ηρετμέω
συν-ηρέφειασυν-ηρεφέω
συν-ηρεφίασυν-ηρεφής
συν-ῃρημένωςσυν-ηρμοσμένως
συν-ησκημένωςσυν-ησσάομαι
συν-ηχέωσυν-θᾱκέω
σύν-θᾱκοςσυν-θάλπω
συν-θαμβέωσυν-θάπτω
συν-θαυμάζωσυν-θεάζω
συν-θεάομαισυν-θεᾱτρια
συν-θεατήςσυν-θειάζω
συν-θέλωσύν-θεμα
συν-θεο-λογέωσυν-θεραπεύω
συν-θερίζωσυν-θερμαίνω
συν-θεσίασύν-θεσις
συν-θετέοςσυν-θέτης
συν-θετίζωσυν-θετικός
σύν-θετοςσυν-θέω
συν-θεωρέωσυν-θέωρος
συν-θεΐασυν-θηκο-ποιέομαι
συν-θηκο-φύλαξσύν-θημα
συν-θηματιαῖοςσυν-θηματίζω
συν-θηματικόςσυν-θημάτιον
συν-θηρᾱτήςσυν-θηράω
συν-θηρευτήςσυν-θηρεύω
σύν-θηροςσυν-θιασεύω
συν-θιασώτηςσυν-θλάω
συν-θλῑβωσύν-θλιψις
συν-θνήσκωσυν-θοινᾱτωρ
σύν-θοινοςσυν-θολόω
συν-θορυβέωσυν-θρᾱνόω
συν-θραύωσυν-θρηνέω
σύν-θρηνοςσυν-θριαμβεύω
συν-θρίζωσυν-θρόησις
σύν-θρονοςσύν-θροος
συν-θρύπτωσυν-θῡμέω
συν-θῡμόομαισυν-θύτης
συν-θύωσυν-θωκέω
σύν-θωκοςσυν-θήγω
συν-θήκησυν-ιαίνω
συν-ιδιάζωσυν-ιδρύω
συν-ιεράομαισυν-ιερεύς
συν-ιερο-ποιέωσυν-ιερο-ποιός
συν-ίεροςσυν-ιερουργέω
συν-ιζάνωσυν-ίζησις
συν-ίζωσυν-ίημι
συν-ικετεύωσυν-ικμάζω
συν-ικνέομαισυν-ίππ-αρχος
συν-ιππάζομαισυν-ιππεύς
συν-ιππεύωσυν-ιππία
συν-ίπταμαισύν-ισαν
συν-ισθμίζωσυν-ιστάνω
συν-ιστάωσυν-ίστημι
συν-ιστορέωσυν-ίστωρ
συν-ισχάνωσυν-ισχναίνω
συν-ισχῡρίζωσυν-ισχύω
συν-ίσχωσυν-ιχνεύω
σύν-ναιοςσυν-ναίω
σύν-νᾱοςσυν-νάσσω
συν-ναυ-ᾱγέωσυν-ναυ-βάτης
συν-ναύ-κληροςσυν-ναυ-μαχέω
συν-ναυσθλόωσυν-ναύτης
συν-νεάζωσυν-νεᾱνιεύομαι
συν-νεκρόωσυν-νέμω
συν-νεύρωσιςσύν-νευσις
συν-νεύωσυν-νέφεια
συν-νέφελοςσυν-νεφέω
συν-νεφίασυν-νεφόω
συν-νέφωσυν-νεφής
συν-νέωσυν-νέω [2]
συν-νεωτερίζωσυν-νηέω
συν-νηπιάζωσύν-νησις
συν-νηστεύωσυν-νῑκάω
συν-νοέωσυν-νοητός
σύν-νοιασυν-νομέομαι
συν-νομεύςσυν-νομίζω
συν-νομικόςσυν-νομο-θετέω
σύν-νομοςσύν-νομος [2]
συν-νομήσύν-νοος
συν-νοσέωσύν-νους
συν-νυκτερεύωσυν-νυμφο-κόμος
σύν-νυμφοςσυν-νήθω
συν-νήχομαισυν-νήω
συν-ογκάομαισυν-ογκόω
συν-οδεύωσυν-οδία
συν-οδικόςσυν-όδιον
συν-οδῑτηςσυν-οδοι-πορέω
συν-οδοι-πόροςσυν-οδοντίς
σύν-οδοςσύν-οδος [2]
συν-όδουςσυν-οδυνάω
συν-οδύρομαισυν-όδων
συν-όζωσύν-οιδα
συν-οιδάωσυν-οικ-ουρέω
συν-οικ-ουρόςσυν-οικειόω
συν-οικείωσιςσυν-οικεσία
συν-οικέσιονσυν-οικέτης
συν-οικέωσυν-οίκημα
συν-οίκησιςσυν-οικητήρ
συν-οικητήςσυν-οικία
συν-οίκιασυν-οικίζω
συν-οίκισιςσυν-οικισμός
συν-οικιστήρσυν-οικιστής
συν-οικο-δομέωσυν-οικο-νομέω
σύν-οικοςσυν-οικτίζω
συν-οικήτωρσυν-οίμιος
συν-οίομαισύν-οισις
συν-οίσωσυν-οκλάζω
συν-όκτωσυν-οκωχή
συν-ολισθαίνωσύν-ολκος
συν-ολκήσυν-όλλῡμι
συν-ολολύζωσύν-ολος
συν-ολοφύρομαισυν-όμ-αιμος
συν-ομ-αίμωνσυν-όμ-ευνος
συν-ομ-ῆλιξσυν-ομ-ορέω
συν-ομ-ωνυμέωσυν-ομ-ήθης
συν-ομ-ώνυμοςσυν-ομαλύνω
συν-ομαρτέωσυν-ομβρίζω
σύν-ομβροςσυν-ομηρεύω
συν-ομῑλέωσυν-όμῑλος
συν-ομῑλήτριασυν-όμνῡμι
συν-ομο-λογέωσυν-ομο-λογία
συν-ομό-λογοςσυν-ομο-παθέω
συν-ομοιο-παθέωσυν-ομοιόω
συν-ομοσίασυν-ομήρης
συν-οξύνωσύν-οξυς
συν-οπᾱδόςσυν-οπάζομαι
συν-οπᾱωνσυν-οπλίζω
συν-οπλο-φορέωσύν-οπλος
σύν-οποςσυν-οπτάω
συν-οπτικόςσύν-οπτος
συν-όρᾱσιςσυν-οράω
συν-οργιάζωσυν-οργίζομαι
συν-όργιοςσυν-ορέω
συν-ορθιάζω